Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 150. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 150. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πρόποση

Στην κενή καρέκλα της παρέας.
Στην αγριάδα της μοναξιάς,
που ανακατώνει τα σωθικά.
Στον ήχο μιας πτώσης.
Στο σπάσιμο των ορίων.
Βολβοί πετάνε φλέβες
κι ουρλιάζουν εσωτερικά.
Έπειτα αναγκαστικά ημερεύουν.
Ανοίγω τα μάτια και το ζώ.
Εκείνα τα χέρια που κόβουν.
Κι εκείνα τα λόγια που μ’έφεραν ‘δω.
Μιας κι η θηλιά του χρόνου πιέζει.
Μου μένει μονάχα να σηκώσω
το μισοάδειο ποτήρι και να ευχηθώ:
Όχι άλλος πόνος.
Θέλω να πάψω να σε πονάω.
Να ξεκινήσω να μ'αγαπώ.


30/12.015(19:50)

Επιρρήματα

Κάποιος θέλει να νιώσει απόψε.
Κλειδωμένη η πόρτα, σβησμένα παράθυρα,
κρύα ψυχή, συνηθισμένη κενότητα.
Μα να που βρίσκομαι να περιμένω 
δυο επιρρήματα θηλυκά.
Κάπου κάπου και μαζί.
Αόριστα, μα δεικτικά.
Και ξάφνου αυτό, ονομάστηκε αγάπη.



29/12.015(23:02)

Γιορτές

Δεν έχουν συναίσθημα αυτές οι γιορτές.
Ούτε καν ήθος.
Μονάχα ανάγκη για αγκαλιές, 
πολύχρωμα ποτά και ξενύχτια.
Το χρώμα απο τα λαμπιόνια εγκλωβίζει,
στην τρέλα μιας εφήμερης ευτυχίας, τα μάτια.
Βλέπε έγχρωμες φωτογραφίες, 
“η ψυχολογία του χρώματος”.
Γιορτές, που σαν σκληρό ναρκωτικό, 
μουδιάζει τα ανθρώπινα ερεθίσματα,
θα περάσουν όλοι καλά.
Ενδορφίνες και σεροτονίνη 
θα απελευθερωθούν σε τέτοιο σημείο,
που θα αδειάσουν οι δεξαμενές του σώματος.
Η επόμενη μέρα θα είναι κουραστική, μελαγχολική
και για πολλούς απο εμάς άσκοπη.
Μνήμες; Ποιές μνήμες;
Αναμνήσεις; τι αναμνήσεις;
Ένα υγρό σφουγγάρι σβήνει τα πάντα, 
κρατάει το άρωμα της χθεσινής νύχτας
τα θολά βλέμματα, τα κολλημένα πατώματα
τις μουσικές, τα φίδια στις μεγάλες οδούς
τη σχιζοφρένεια να απαλλαχτούμε απ’τη λύπη.
Και περνάνε οι γιορτές, κι έρχονται πάλι σύννεφα.
Γή που πνίγει τα οινοπνεύματα.
Αλήθεια που σφίζει απο φωνές νευρικότητας.
Που’ναι η χαρά σου τότε;
Που να’ναι οι φίλοι εκείνης της βραδιάς;
Τα ψόφια συναισθήματα τα παραφουσκωμένα.
Τα χρώματα τα ασπρόμαυρα, που να’ναι;


24/12.015(17:27)

To τρένο

Ένα βλέμμα λυγίζει
το κενό ενός χώρου.
Έρχεται απο δεξιά
με κατεύθυνση την άδεια κάτω γωνία.
Χτύπημα στον ώμο, 
ουτοπικό, με άρωμα γυναίκας.
Ο σκηνοθέτης δε σταματάει,
του λέει προχώρα και κλαίει στον ήλιο.
Μέσα σκοτάδι, έξω τα πράγματα ημέρας
συνεχίζουν ακάθεκτα να βιώνονται.
Τελευταίο καρέ, ο σκηνοθέτης καθισμένος
κίτρινη φωτογραφία, παγώνει στα χέρια
τον καπνό, τις υφές, τις μυρωδιές
και αφαιρείται απο ενα βιβλίο ζωής.
Βαμμένα νύχια, περιποιημένα δάχτυλα κομψά
30 χρόνια μετά.
Δυο χείλη φιλούν, το κραγιόν τους καλύπτει
μέρος του τρένου, τον σκηνοθέτη
που σκέφτεται πως έφτασε εκεί
τα λουλούδια ξερά και το χώμα
εκείνης της ώρας.
Ο φάκελος κλείνει, όμορφα γράμματα
παραλήπτης ενα άγνωστο όνομα.
Σ’αγαπούσα να ξέρεις, σ’αγαπάω ακόμα
μα ξέφτυσες.Μαζί σου ξέφτυσα κι εγω
μιας κι έχασα το τρένο που ερχόταν.
Μιλούσα για σένα, μιλούσα σε μένα
κι έγραφα τούτο.


22/12.015(10:21)

Απόστροφος

Μένει βουβή και άχρωμη.
Η απουσία ως απόστροφος του σ’αγαπώ.
Ξέχνα τα λόγια.. 
Φτάνει.


9/12.015(21:56)

Αν

Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι.
Απλά αυτή η εξομολόγηση, θα'ναι γεμάτη "αν".


5/12.015(18:37)

Η παιδική μας ηλικία

Καλημέρα,
τι χρώμα έχει η φυλακή σου;
Της άφησες παράθυρα
ή τα’χτισες κι αυτά;
Γονείς, παιδιά, ανάγκες, 
καθημερινότητα, ιδιοτροπίες,
στο ψυγείο κολλάμε αποκόματα ελπίδων.

Καληνύχτα,
οι φύλακες της παιδικής σου
ηλικίας ζούν;
Κι αν ζούν, τι τους ταΐζεις;
Πέτρες στο δρόμο, εσωστρέφεια, 
απολογισμοί, άρνηση σκέψεων, μαρτύριο,
κάτω απ’το στρώμα, μοιάζει με θαύμα.


3/12.015(15:29)

Να χωρίζουμε για χρόνια

Μπορεί και να χωρίζουμε για μέρες.
Να κολλάμε τα κομμάτια για εβδομάδες.
Οι άνθρωποι, μπορεί και να χωρίζουμε για χρόνια.
Να συναντιόμαστε, ν´αγκαλιαζόμαστε, και δρόμο ξανά για άλλα.
Σπίτια, οικογένειες, ντουβάρια, χωράφια, παιδιά, φίλοι συντρίμια.
Οι επαφές είναι ενα μισό ποτήρι συναισθήματα.
Το υπόλοιπο, τα καθημερινά αδειάσματα.
Πλοηγός στις αποφάσεις, είν´οι ανάγκες, οι εξαρτήσεις, η αβεβαιότητα,
η αυτοεκτίμηση, η ακεραιότητα και ίσως ο σεβασμός.

27/11.015(03:05)

Μάθε να μην αισθάνεσαι

Φάε το χάπι να μην πονάς.
Το ηρεμιστικό σου, του σφαγμού.
Και πήγαινε να ξεχαστείς στα μαγαζιά.
Ότι υπήρξε, έτσι να το ξεχάσεις.
Κατάπιε το γλυκό, να φύγει η πίκρα
απο το στεγνό σου λαιμό.
Πάψε να κλαίς, 
να θυμάσαι, 
να γυροφέρνεις.
Κάντο όπως εμείς.
Αντάλλαξε τη θλίψη με κάτι άλλο.
Το θυμό, με κάτι διαφορετικό.
Την οργή καπάκωσέ την.
Πάψε να αισθάνεσαι.
Μάθε απλά να υπάρχεις.


21/11.015(23:04)

Το ψέμα κι η αλήθεια

Κάποτε γνώρισα
ένα μικρό κορίτσι.
Θυμάμαι που πάντα πρότεινε
βαθεία να χάνομαι.
Μέσα να σκάβω και να βρίσκω.
Μιλούσε κι έγδερνε.
Έλεγε μονάχα παιδικές αλήθειες.
Αλήθειες, που πάντα κρύβουν οι μεγάλοι.
Θυμάμαι έπειτα τον πόνο της.
Αυτές οι αλήθειες, έλεγε, με κούρασαν.
Οι άνθρωποι κρύβονται, δεν τις αντέχουν.
Μα δε μπορώ, πίσω τους, να γυρίσω.
Είμαι φτιαγμένη για συγκεκριμένα πράγματα.
Βαθεία, άλλοτε να κρύβομαι.
Βαθειά, μακρυά απο το ψέμα θα μιλήσω.
Έλα εδώ, μαζί μου, και θα πονάω λιγότερο.
Κ αν έρθει η ώρα να στα πώ κι εσένα,
ελπίζω να μη με κάνεις να δακρύσω.
Μοίαζει να πολεμάω, μα μέσα μου,
η πληγή βουρκώνει και νιώθω να σβήνω.
Κάποτε γνώρισα ένα μικρό αγόρι.
Δεν το ερωτεύτηκα ποτέ.
Ποτέ δε με νοστάλγησε οσο εγώ.
Μα ήταν οτι πιο κοντινό σε μένα.
Ερχόταν απο τον κόσμο μου.
Μου έλεγε ιστορίες απ’τους απογόνους μου.
Ήρθε για λίγο, τα είπαμε όλα.
Κι ύστερα γύρισε πίσω.


21/11.015(22:31)

Ζωή ονομάζεται

Κάποια αβέβαια χέρια.
Επιβεβαιωμένα χείλη.
Υπογράφουν το σώμα.
Βαράνε ενέσεις στους σπασμούς.
Κι έπειτα -λογικά- πέφτουν στα γόνατα.

Με άλλα λόγια, φεύγουν μακρυά.
Παρακαλάνε.
Που ήταν μακρυά.
Μα νιώθαν κοντά.
Οι αισθήσεις απλώνονται μόνες.

Ένα μέτωπο καλυμένο, σα να ντρέπεται.
Ένα κλουβάκι γεμάτο στάχτες.
Ζωή ονομάζεται.
Κι όνειρα.Νύχτωσε.Θα τα θυμάσαι Όλα.
Η πυγμή μου, χωλαίνει και κρύβεται.

Έκανα δυο βήματα πίσω.
Πέσε να με φάς, το αξίζω.
Ζωή ονομάζεται.
Κι αυταπάτες.Ξημέρωσε.Θα τα ξεχάσω Όλα.
Πυρετός.Κρύβομαι, να μη με βρείς.

20/11.015(00:43)



Ενηλικίωση

Γιορτάζοντας την ενηλικίωσή μου.
Πτώματα πέφτουν απο παντού.
Νεκροί δικοί μου, νεκροί των γονιών μου.
Όλοι μαζί ξαναθυμούνται.

Νικάει αυτός που θα προχωρήσει πρώτος.
Που θα αποφασίσει να βάλει ένα τέλος.
Στο πίσω, και στο εμπρός που θα ερχόταν.
Νέες πατρίδες ετοιμάζουν βαλίτσες.

Αγάπη.Αποδοχή.Εμπιστοσύνη.
Αποδοχή.Εμπιστοσύνη.Αγάπη.
Εμπιστοσύνη.Αγάπη.Αποδοχή.
Προς εμένα.Προς αυτούς.Για όλους μας.

10/11.015(20:17)

Ηλιόλουστο αιγαίο

Η εβδομάδα θα'ναι ηλιόλουστη
ακόμα και στο αιγαίο.
Ηλιόλουστη στο πρώτο νεκροταφείο.
Εδώ κοντά στο δεύτερο.
Και στην πλέμπα βουτημένη του τρίτου.
Οι μελλοθάνατοι χρειάζεται
να είναι στην πρώτη γραμμή.
Ενδιαφέρονται για τον καιρό,
ελπίζουν στην ήλιο και τον αέρα.
Πιο μακρυά, φωνάζουν, πιο μακρυά.
Κι ύστερα σκέφτονται
όλους εμάς που κλαίμε.
Μοναδική τους ελπίδα
ο ήλιος στο σαλόνι μας.
Ο ήλιος στο μπαλκόνι μας,
τα καθαρά μας δωμάτια.
Οι μουσικές που ακούμε
και τα στεγνά μας πόδια.
Οι ήρεμές μας ανάσες.
Στο διάβολο όλα παλιόκοσμε.
Νιώθω πως όλα θα μείνουν τα ίδια.
Πως περνάω πάνω απ'τη γή
και δεν αφήνω στίγμα.
Η σκέψη και η έγνοια δε βοηθήσανε ποτέ.
Δύστυχες κυβερνήσεις, οργανώσεις.
Μονάχος δεν μπορώ, μονάδες είμαστε όλοι.
Έχω δουλειά, πρέπει να φύγω.
Έχω δουλειά, και που να τρέχω.
Ο θάνατος έρχεται την επόμενη στιγμή απο αυτήν εδώ.
Ακριβώς την επόμενη.
Τρομακτικό να πεθαίνεις με τόσο όμορφο ήλιο
στο πυκνό μαύρο σκοτάδι του αιγαίου.

2/11.015(16:49)

η γιορτή

Λυπάμαι που οι φίλοι μου δεν καταλάβαν πόσο σημαντικό ήταν για μένα.
Μόνο προτίμησαν να πίνουν, να χασκογελάνε, σα να’ταν συναυλία.

Λυπάμαι που οι τρόφιμοι οι διπλάνοι μου ήρθανε όλοι.
Κάποιοι ουρλιάξαν μέσα τους, κάποιοι ανατραπήκαν.

Λυπάμαι που οι γονείς μου χάρηκαν την τόση επιτυχία.
Μονάχα που ρετάλια μπήκανε, ρετάλια βγήκαν.

Δεν έχει αξία ο θυμός, η αγάπη, το πνεύμα μου, αφού ξεχνάω.
Και να, που ώρες έρχονται, και λίγο λίγο όλα αυτά τα νοσταλγώ.

Μα να που τελικά, ίσως μονάχος μου, να έδωσα την τόση σημασία.

30/10.015(21:19)

Αποθήκη φυγής

Η αγάπη ως χοιρίδιο εργαστηρίου
ή έστω, πλάσμα σε δοκιμαστικό σωλήνα.

Υπο-σχέσεις, υπο-χρεώσεις, υπο-μνήματα.
Όλα βαλμένα κάτω απο ενα στεγανό.

Τα προσωπικά όρια δημιουργούν τα πλαίσια
και με την σειρά τους, την ανάγκη για ερωτήσεις.

Έρχονται ή δεν έρχονται οι απαντήσεις;
Μήπως περισσεύουν και λιμοκτονούν στο ανώφελο;

Μήπως το ανώφελο είναι το καθημερινό;
Και το καθημερινό, μια αποθήκη φυγής;

29/10.015(20:19)

Χέρια αντένες

Όλα τα λουλούδια βαραίνουν και πέφτουνε.
Λεπτοί κουρασμένοι κορμοί,
φυλλωσιές ξεθωριάζουν στην νύχτα, 
πιο κάτω στα χείλη,
τα μαλλιά πλέκονται μαζί τους.
Η κάθε μια μεσ΄τα μάτια της
είχε άλλους δυο κόσμους.
Σηκώνεται ενα χέρι, ανοίγει τα δάχτυλα
αντένες που σκίσουν τα κατήφορα χείλη.
Νουάρ κλίμα, 
το κάδρο είναι κομμένο περίεργα
μια καρδιά ανάποδη, 
παιδικά ζωγραφισμένη,
θρηνεί σα να κλαίει.
Αφαιρετικό συναίσθημα.
Ένας γεμάτος καμβάς
βάφτηκε μαύρος
ζωγραφίστηκε και θα ζωγραφιστεί ξανά.
Χέρια αντένες.
Ανομοιόμορφα μάτια.
Μαύρα λουλούδια
βοηθάνε τη νύχτα να λάμψει.


27/10.015(18:18)

Ζωντανά παιδιά

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Το μόνο που θυμάμαι ήτανε,
να ζωγραφίζουμε τους τοίχους
σα ζωντανά παιδιά.
Φτιάχναμε στόχους για αγάπη,
πολύχρωμους κύκλους
και για βέλη είχαμε
τα σφιγμένα μας χέρια.
Τα μπλεγμένα μαλλιά μας.
Την ζεστή μας καρδιά
και δεν ακούγαμε ποτέ, 
εκείνο το παγωμένο κράκ.
Κι όλοι οι κύκλοι μεγάλωναν.
Άλλοτε μας ρουφούσαν
άλλοτε τους νικούσαμε.
Τέλος της ιστορίας δεν υπάρχει.
Μα υπάρχει μια γεύση γλυκόπικρη που μένει.
Θα απορώ πρίν πεθάνω
τι ήταν αυτό που μας βρήκε.


24/10.015(15:28)

Πλοία φορτωμένα πέρατα

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Ήτανε παντοτινά ερωτευμένο
με τα πλοία.
Πλοία δεξαμενές.
Πλοία στο διάστημα.
Κάθε δρόμος,
ήταν ο τελευταίος δρόμος.
Κάθε φιλί,
ενα αποχαιρετιστήριο φιλί.
Σε κοιτούσα να κρατάς 
στα χέρια σου τον ήλιο
καθώς μπλέκονταν με τον θάνατο.
Και καθώς έκλεινε η ξύλινη πόρτα
θυμάμαι το νεύμα,
που συνόδευε εκείνο το βλέμμα.
Κι έπειτα ενα ολόλευκο
στις άκρες του, ξανθό φώς.
Έπειτα παντού,
πλοία φορτωμένα με πέρατα.


23/10.015(15:05)

Μικρό κορίτσι

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Πρίν κοιμηθεί
κρατούσε κι έσφιγγε
μεσ´τα χεράκια της
ενα λειψό χάρτινο
τριαντάφυλλο.
Πρίν πέσει για ύπνο
ήταν λευκό.
Κι όταν ξύπνουσε, κατακόκκινο.
Ύστερα η παραμυθιά μου,
μεγάλωσε.
Γνώρισε ενα αγόρι.
Τα πλαστικά αστέρια
στου ουρανού του την πόλη.
Το κορίτσι που τρέχει τον πόνο
τ´αγοριού ν´αγκαλιάσει.
Μην ήταν όλα ψεύτικα 
φοβάται απόψε.
Μην ήταν όλα αληθινά
και πως θ´αντέξει.

23/10.015(01:21)

Εφήμερη πλήξη

Oι μελλοντικοί νεκροί, τις Κυριακές,
κρύβονται στη δεύτερη σειρά των καθισμάτων.
Η εκκλησία πάντα μύριζε
το γνώριμο λιβάνι του θανάτου.

Κι έτσι σιγά σιγά, βήμα το βήμα
εξοικειώνονται.
Κι έτσι αργά, χαμηλώνουν το βλέμμα
παίζουν νευρικά με τα ακροδάχτυλά τους
καθώς οι ανάσες μικραίνουν.

Έτσι κι εγώ, που τον αγάπησα μικρός
σε δύο πράγματα παραπαίω.
Στη φτώχια της νιότης μου
και την εφήμερη πλήξη του έρωτα.


21/10.015(10:53)