Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Καρκίνος

Με ονομάζουν αθανασία.
Μα τον πατέρα μου 
θα κοιτάζω να σβήνει.
Μου ζωγραφίσαν 
σκαμένες ανάσες.
Και κατόπι εγω
στου θάνατου τα ύστερα
θα κλαίω ξωπίσω.
Σα να σε βλέπω
να σφίγγεις τα μάτια
καθώς με γή βελωνιάζουν.
Πατέρα μου τρύπιε
διωγμένη λαχτάρα μου.
Σκύψε.
Ματώνω τόσο
μα θέλω τόσο
να σε αγγίξω.


31/12.014(00:18)

Σκέψη

Είναι η ελπίδα
που το βράδυ
σαλεύει την έγνοια.
Καθώς η ημέρα αποφεύγει
τα αδυσώπητα πάθη.
Τα παιδιά μου 
που κλαίνε
μές στο κρύο το σπίτι.
Κι η σιγαλιά της φωνής σου
που φεύγει.
Μην ήταν όλα αληθινά
φοβάται
και ποσο θ'αντέξει.
Μην ήταν όλα παγερά
και με τι ψυχή θα ζεστάνει.
Και τι κινήσεις θα κάνει
να’ρθει κοντά σου
σαν σκέψη.


30/12.014(23:41)

Αντιπαθός

Είσαι η μούσα
που μου πιέζει τα σπλάχνα 
στον πάτο.
Το συναίσθημα
που χωλαίνει στων ανειπώτων
τις γρίλιες.
Φωνάζω να γυρίσεις
σαρκάζοντας
στο πρόσωπο στίχους.
Κι ύστερα έρωτα σακάτη
δυσφορούμε στο τζάκι.
Με βρυχηθμούς,
αχρείες ματιές.
Μονάχα ανταλλάγματα τέχνης.
Με φώς απο τη λάμπα
που κρεμιέται σε ύψος.
Ίσως και πλάτος.
Με κρύα κεριά.
Καθώς επιδίδεσαι.
Κι εγω ετοιμάζω τα πιάτα.
Βράζω το στάρι.
Φαντάσου το πένθος.
Που ονοματίζουμε πάθος!

30/12.014 (16:50)

Κενό

Περάσαμε καλά.
Μα δε σε είδα ούτε λεπτό.
Και πόσο νοσταλγώ.

Μονάχα οι σπασμοί στα δάχτυλα.
Το ρεύμα που περνούσε απο 
τη λάμπα.
Τις σκιές που φτιάχναν
οι ανάσες.
Ο άνεμος που τρυπούσε
τον καπνό.

Περάσαμε καλά.
Μα δεν αισθάνθηκα ποτέ.
Και πως θα σε αγγίξω.


28/12.014(01:01)

Φέτος

αρνίσιο μπούτι
κατεψυγμένο
κι εκείνα τα μακαρόνια
με τις λευκές σάλτσες
το μπέϊκον
αγαπώ τα γουρούνια
τα εφτά ζευγάρια μάγουλα
οι ανήλικοι δε μετράνε
είναι λευκοί ακόμα
τα λαδωμένα χαρτονομίσματα
μεγαλώσαμε πια
οχι άλλη ύλη
πνίγομαι στον αέρα 
στο υπόγειο τούτο
τσιγάρο στον κήπο
κορμί μου κατάπινε αγάπη
κατάπινε αγάπη
το κόκκινο αυτό ύδωρ
τα λαμπερά αυτά μάτια
την καταχωνιασμένη παρέα
που σε λίγο στερεύει
σε πέντε λεπτά φεύγει κι ο ήλιος
πάει κι απόψε
πάει για φέτος.

25/12.014(16:55)


Φίλοι

Να’ναι καλά.
Ο ήλιος.
Το πρωινό.
Που μαραζώσανε 
τα δροσερά μας φύλλα.

Φίλοι πολλοί.
Τυφλοί.
Μουγγοί.
Πέφτουν επάνω μας 
και κλαίνε.

Να’ναι καλά.
Η νύχτα.
Το σκοτάδι.
Που ζεστάνανε
το κρύο κέλυφός μας.

Φίλοι ελάχιστοι.
Διάφανοι.
Τρελοί.
Πέφτουν επάνω μας
και κλαίνε.


19/12.014(18:40)

Το τέλος

Δεν είναι εξομολόγηση αυτή.
Μα εσυ είσαι ο καθρέφτης.
Περάσαν εικοσπέντε έτη.
Μήνες ολόκληρους 
ήταν η συντροφιά.
Μα τώρα πάνε αυτά.
Πρώτη χρονιά που
αντίκρυσε την πόρτα.
Και όταν είμαι μόνος,
συνήθως βουρκώνω.
Οχι για λύπη.
Μα λευτεριά.
Τα δάκρυα που σπέρνουνε χαρά.
Και είναι όλα καλά.
Αν δεν είναι καλά.
Δε θα'ναι το τέλος.



8/12.014(19:39)

Υπόλογοι

Κάπου εδω σκοντάφτουμε 
στις σκέψεις.
Μετά απο μέρες τα ίδια λόγια
θα μασάμε.
Το μέλλον κοντινό σα χθές
θα είναι.
Κι εμείς υπόλογοι
στην καθημερινότη.

6/12.014(00:04)

Σκατά στα νερομπούρμπουλα άσματα

Μελιστάλαχτα λόγια
δακρύβρεχτα
κούφια
καμιά αλήθεια
ενα φαίνεσθαι
ντυμένο στις λέξεις
καλλωπισμός
ολα καταπληκτικά
κι αηδία.
Γράφ'τε
Γράφ'τε
για αγάπες
λουλούδια
ζωή δικιά μου
είσαι
ζωή δικιά σου
είμαι.
Μη φεύγεις
σε χάνω
κι υποφέρω
απο πάνω.
Στάσου αγάπη μου
είσαι άνθρωπος εσυ;
αν είσαι
κλάσε
ρέψου
φτύσε
αγάπησε το διάολό μου
κι ασε την ποίηση
στους ήδη θαμπούς.
Στα κορίτσια της συγνώμης
Που καλοσώρισαν τις νύχτες
Μόνοι.

3/12.014(00:40)

Πυροτέχνημα

Το πυροτέχνημα 
που ζεματίσατε,
παίρνει τα πάνω του
και παρεκκλίνει.
Αγναντεύω απο ψηλά.
Σας εχω μέσα μου βαθιά
στα έξι μέτρα.
Ύψωσε αέρα τη φωτιά.
Σιγή μου τον πυθμένα.
Σήμερα έθαψα δυο ψυχές.
Την τρίτη,έτη τώρα.
Πάνε τριανταπέντε χρόνια.
Χείλια κυρτά.
Κόκκινα μάτια.
Το πυροτέχνημα 
που ανάψατε,
ορμάει στα κάτω του
και σβήνει.


2/12.014(20:41)

Το σπίτι

Κοίτα.
Το σπίτι είναι ήρεμο.
Η γάτα σε μιάν άκρια κοιμάται.
Καλοκαίρια,ρίξανε άγκυρα εδω.
Χριστούγεννα,βουλιάξαν.
Τόποι στους τοίχους
καινούρια πλακάκια.

Άκου.
Το σπίτι είναι έρημο.
Η φωτιά στο τζάκι θυμάται.
Ψυχές μαζεμένες ολόγυρα.
Στιγμές,βυθισμένα φεγγάρια.
Πλέον πια,κάθομαι εδω
με κενά σταυροχέρικα μάτια.

Την αγαπούσες,ρωτάει.
Την αγαπάω.

18/11.014(22:21)







Πνεύμα

Σταυρωμένο μου πνεύμα.
Τι άνοστους έρωτες ζείς
με πρόσχημα το θάνατο της.

Συναίσθημά μου ταλαίπωρο.
Τι αγγελικούς θανάτους ζείς
με πρόσχημα τον έρωτα τους.

12/11.014(16:55)

Άλεξ

Να σε γυρίσω ανάποδα
κι αυτή η πικρή μελαγχολία
που φοράς,
να ανατραπεί
σ'ενα χαμόγελο πλατύ.
Μα ούτε που σε ξέρω
για να ελπίσω.

8/11.014(19:14)

Αγγελία

Ζητείται μούσα.
Να’χει τα μάτια της φρίκης.
Στα δάχτυλα της σκανδάλες.
Στα μαλλιά της δρεπάνια.
Να αρνιέται τον ήλιο.
Κι ολα αυτά επειδή.
Ο άνθρωπος που ζει 
στο στόμα μου πεινάει.
Διψάει για κάτι φρέσκο
που σπαρταράει.
Να σκαλίσει επάνω του 
μιαν ιστορία.
Μια στιχομυθία
που πασχίζει αγάπης.


6/11.014(19:43)

Το κόλπο

Ειλικρίνεια.
Καταλαβαίνεις το κόλπο;
Εμπιστοσύνη.
Σε καταβάλλει σαν λέξη;
Καταχρήσεις λόγων.
Συναρθροίστηκαν.
Κενότητα που μεγάλωσε.
Όρια στένεψαν.
Το ψεύδος πρόκοψε.
Επεκτάθηκε.
Θέριεψε.
Και ξεδιπλώθηκε μανταλωμένο.
Στέγνωσε το πετσί του
στ’απλωμένα σου χέρια.
Τ’αβοήθητα.
Στα αγόγγυστα πάθη
που αμπαρώνουν τα μάτια.
Ολότελα.
Στα φύλλα της καρδιάς
π’ανασαίνουν μαραζωμένα.
Ανέλπιδα.


6/11.014(13:58)

Εσυ Που Πως

Το εχθές.
Εαυτός ένας.
Δυο προσωπικές οντότητες.
Έως-εάν.
Πράσινες φλέβες.
Βολβοί προς τα πίσω.
Το ενα φέρνει το δεύτερο.
Την μηδενιστική ολοκλήρωση.
Και το ύστερα.
Κρίση εσωστρέφειας.
Βήματα όπισθεν.
Γκρεμός επάνω κατακλύζει.
Αίσθημα.
Μέσα εδω μυρίζει λάσπη.
Καθρεύτες.
Ποτέ δε σου ανήκε ο ένας.
Το σκότωνε μέχρι τέλους.
Εσυ.
Που νομίζεις.
Πως είσαι.
Ο άλλος.
Που καυχιέται.
Πως μπορεί ν’αγαπήσει.

30/10.014(15:28)

Το τραγικόν της αγάπης

Το τραγικόν της αγάπης.

Τα λόγια.
Ήτανε δεν ήτανε;

Οι πράξεις.
Ήτανε δεν ήτανε;



27/10.014(20:45)

ΕΓΩ

ΕΓΩ έτσι είμαι!
ΕΓΩ έτσι είμαι!
Έμπιξε τις βουρκωμένες φωνές.
Εμπρός ο καθρεύτης.
Το σκοτάδι της ψυχής της.
Έφτυσε το ζελέ που μασούσε 
στο πάτωμα και είπε:
αυτό είναι η αγάπη μου,την θες;
ΕΓΩ έτσι είμαι!
ΕΓΩ έτσι είμαι!


27/10.014(17:30)

Έλξεις

Ένα γράμμα εραστών.
Ένα κείμενο ανάγκης.
Φόβων με φράσεις.
Πείνας γι’αγάπη.
Δρακόντεια μέτρα ασφαλείας.

Μιας φθίνουσας ζωής.
Επιλογών ουσίας.
Φαίνονται ανίατα.
Μα βαθαίνουν σε καθε κουβέντα.
Λίγη ακόμα ψυχή.

Μια δειλία τακτοποιημένη.
Άβουλης προτίμησης.
Φαίνεται ανεπανόρθωτη.
Μα αναβλύζει σε κάθε πληγή.
Λίγο ακόμα χρυσάφι.

Τίποτα,τίποτα,τίποτα.
Στηρίγματα σακάτηδων.
Ποτέ μην πιστέψεις λέξη.
Αυτές είναι.
Απλά κάποιες έλξεις.


25/10.014(22:33)

Καθημερινή

Σε θέλω άβαφη.
Καθημερινή.
Φθινοπωρινή.
Συνηθισμένη.
Με σπίρτα.
Να καίς.
Με λάθη.
Να σβήνεις.
Να είσαι εσύ.
Στο πρίν.
Και το ύστερα.
Στη λήθη της σκέψης.
Φαντάσου να ήτανε.
Μονάχα οι λέξεις.
Αυτές που στο τέλος.
Τα πάντα γεννούν.
Συνέχεια σπαράζουν.
Που ισόβια ξεχνάνε.
Τις πράξεις.


17/10.014(22:41)

Τρέλα

Ταύτιση σημαίνει τρέλα.
Σ´έντυσα στις αποχρώσεις.
Μαύρο.
Μπορντώ.
Γεννήσαμε παιδιά.
Σκοτώσαμε την εφηβεία.
Κι ολα όσα περάσαν.
Βάλτωσαν.
Σήμερα στέκομαι.
Μικρό παιδί ανάμεσα.
Στις γωνίες του κορμιού σου.
Σε μισόλογα.
Κρυψώνες.
Αδιευκρίνηστες λέξεις.
Αν δε μεγαλώσεις.
Θα σε πνίξουν.
Οι φλέβες μου.
Θα με στραγγίξει.
Η απώλεια.
Η τρέλα,χαμογελάει.


15/10.014(20:41)

Δαίμονες

Το δυοχιλιάδεςδεκατέσσερα,
έτρεχε ουρλιάζοντας.
Θάνατος,στρίγκλιζε.
Έφτυνε μασημένα χάπια.
Ένα ποτήρι νερό δε φτάνει.
Η χούφτα ξεχειλίζει.
Ρόζ.
Στο χρώμα της ώχρας.
Πράσινα.
Όλων των ειδών.
Μάσα και σκάσε,έλεγε.
Μάσα και σκάσε.
Μέχρι που όλα πέρασαν.
Μέχρι που ήρθαν όλα.
Και φεύγοντας υπενθύμισαν.
Θα έρθει κάποτε η ώρα.
Θα έρθει κάποτε η ώρα.
Που το μυαλό θα καθαρίσει.
Θα φύγει η ταλαιπωρία.
Θα φύγει η ταλαιπωρία.
Τα δυο χέρια τα δικά σου.
Θα τα σφίξει.
Ποιός ήσουν;
Περάσαν 25 χρόνια.
Οι δικοί σου είσαι;
Σου ανήκεις;
Οι δικοί σου είσαι;
Γράφε γρήγορα.
Δαίμονες,δαίμονες,δαίμονες.
Πρίν εικοσιμία μέρες έβγαλε ήλιο.
Πρίν εικοσιμία μέρες έβγαλε ήλιο.


14/10.014(17:39)

Νεκρός

Μέχρι να καθαριστώ,
το σφουγγάρι απόμεινε ξερό.
Μα το νερό ηταν καυτό.
Καυτό.
Σα να'ταν πυρετός.
Και το απόλαυσα πολύ.
Πολύ.
Σα να ‘μουνα νεκρός.
Νεκρός.
Που του φιλούν το στόμα.

8/10.2014(19:01)

Οχι Ναι ΟΧΙ

Οι δαίμονες γεννιούνται ημέρα.
Τα βράδια απλά πεινάνε.
Έρχονται τρώγουν.
Πίνουν.
Ύστερα ξαποσταίνουν.
Στο φώς εγκυμονούν ξανά.
Σήμερα η ανεπάρκεια.
Αύριο ίσως πάγωμα.
Κλειδώνω τις πόρτες.
Μη φεύγεις.
Σκόνταψε.
Μείνε με τσακισμένο αίσθημα.
Παρασκευή βράδυ.
Υπέροχο για ζωγραφική κύκλων.
Για μισές λέξεις.
Υποθέσεις.
Χάπια.
Κοκτέιλς.
Κανέναν οίκτο.
Μη-Δεν.
Επιβεβαίωση.
Καθημερινότητα.
Το δωμάτιο ηταν βαμμένο με κάρβουνο.
Πέρασε η σκουπιδιάρα ξημερώματα.
Κοιμόσουν.
Το στήθος σου.
Οι σκιές.
Η κλείδα που μου ανήκει.
Η μάνα στον τοίχο.
Πωλείται κρέας.
Εγω.
Που.
Σάρα Κέην.
Είσαι ενα κρίμα.
Είμαι η τρύπα που ορέγεται το πνεύμα σου.
Γιατρέ υποφέρω.
Φρέναρε.
Γιατρέ γράφε.
Σχίσε με.
Μην αλλάξεις
για κανέναν πούστη.
Οχι.
Ναι.
Οχι.


8/10.014(16:12)

Άπνοο σώμα

Με αγαπά στα λόγια.
Μια καρδιά.
Που ανοιγοκλείνει στιγμιαία.
Ένα σώμα τριαντάφυλλου.
Όταν γκριζάρω.
Σκέψεις.
Ραγίζουν τα είδωλα.
Αρώματα.
Ξεθωριάζουν στα χείλη.
Στιγμές.
Που σκεπάζουν τα λόγια.

Σαν θα βιαστούμε,φοβάμαι.
Πως θα βυθίσουν τα μάτια μας.
Στης αγάπης το άπνοο σώμα.


7/10.014(19:54)

Εσύ

Πως προέκυψες;
Κι απο που προήλθες;
Ποιές συνιστώσες αποκόπηκαν;
Ενώθηκαν.
Ποιά κλάσματα διαιρέθηκαν;
Σμίξαν σε ενα.
Ερωτήσεις.
Απαντήσεις.
Όλα στο τέλος πεθαίνουν.
Κι αναβιώνουν.
Μια αναβολή στο αύριο.


5/10.014(17:58)

Το κενό

Ένα άγγιμα.
Τόσο απλό.
Αβέβαιο.
Καθημερινό.
Μα βαθύ.
Που σκοτώνει.
Το τώρα.
Εξαϋλώνει.
Τον καναπέ.
Ισοπεδώνει.
Το σπίτι.
Και μας ενώνει.
Μονάχους.
Κουλουριασμένους.
Σα σαύρες.
Στο κενό.
Έτοιμο να δεχτεί.
Συναίσθημα.


2/10.014(02:43)

Έμβρυο

Δε μ'εχουν κάνει έμβρυο ποτέ.
Μέχρι εχθές.
Αργά.
Κυοφορούσα την ανάγκη.
Σήμερα γέννησα ελπίδα.

26/9.014(14:34)

Συγνώμη κύριοι

Δώσε χρόνο.
Σε αυτούς που δε θα διχοτομήσουν.
Σε αυτούς που δε ζητάν να φάνε.
Σε αυτούς που κάνουν ερωτήσεις.
Που ολο απομονώνεις.
Που ολο αποφεύγεις.
Στους τόσο δεδομένους.

Πρόσεξε τους.
Που ολο απορρίπτεις.
Που ολο μηδενίζεις.
Αυτούς που θα ακούσουν.
Αυτούς που θα σε ψάξουν.
Αυτούς που δε ζητάς συγνώμη.
Τους τόσο δεδομένους.


23/9.014(22:17)

Φράσεις

Φράσεις.
Κατασπαράζουν αλήθειες.
Πόσο καλά με γνωρίζεις.
Νέο ψέμα.
Πόσο πολύ μ’αγαπάς.
Κι άλλο ψέμα.
Γιατί δε σαστίζεις στις λέξεις;
Γιατί δε ξεσπάς με φιλιά;
Πόσα ψέματα ακόμα;
Πόση λυγισμένη γιατρειά;


13/9.014(18:15)

To σώμα της

Απ´οτι ήτανε 
γίνηκε ακόμα πιο όμορφη,
μιάς που με άφησε
στο σώμα της επάνω
να γράψω μια ιστορία.


2/9.014(20:15)

Οικεία

Φροντίζουν οι οικείοι.
Τα μάρμαρα των νεκρών τους
να’ναι αμόλυντα.
Τα κεριά από τις θύμησες τους
αναμμένα.
Τα λουλούδια αιωνίως 
ποτισμένα.

Έτσι κι εγώ.
Έχω ένα σπίτι ανόθευτο.
Λιτό.
Λουστραρισμένο.
Ανέρωτο.
Που περιμένει φωτεινό
να σηκωθεί η πλάκα.


22/8.014(22:45)

Σαρκίνοι

Οι πόθοι των σαρκίνων
ξεκινάνε απο το στήθος 
και τα γεννητικά όργανα.
Μέσα στους μήνες που περάσαν,
αυτό που μου'λειψε,ήταν το μυαλό.
Το πιο αληθινό επάνω σου.


17/8.014(18:59)

Ντόμινο

Ενα ντόμινο ανθρώπινο.
Ο παππούς στη γιαγιά.
Ο μπαμπάς στη μαμά.
Κι όλοι μαζί στο παιδί και εγγόνι.
Απο τη μια τα φιλιά,οι αγκαλιές,τα γλυκά
κι απ’την άλλη η ασχήμια που το δέρμα ματώνει.
Τώρα ήρθε η βραδυά κι απ’την αρχή στο ξανά
δε σταματά να χτυπά μια ψυχή που παγώνει.
Ίσως είναι εποχή να του περάσουν λουρί
να δούν τα γόνατα με χαρά να πληγώνει.


14/8.014(21:18)