Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Σχιζοφρένεια

Κάθε που ξυπνάω με περιμένει
Στριμμένο τσιγάρο, 
καφέ όπως τον πίνω
Έρχεται κάθεται και λέει
Αν δε με βγάλεις απο μέσα σου 
θα σε διαλύσω
Κι εγω ο έρμος κάθομαι 
σκυφτός εδω για μέρες
Κι απέναντι τον τοίχο θα κοιτάζω
Ο άνθρωπος που ζεί στο στόμα μου, ορίζει
Πότε θα ζήσω και πότε θα πεθάνω


29/12.016(22:39)

Σκουπίδια

Σάπισαν στο μικρό μου μπαλκονάκι
Δώδεκα στενών μηνών σκουπίδια
Κρέατα, ζουμιά και αποκαήδια
Ποίηματα, σπέρμα και εικόνες
Μα νιώθω πλέον έτοιμος να τα πετάξω
Περιμένω λίγο να περάσουνε οι μέρες
Να γίνω στα μεσάνυχτα φιγούρα
Την ώρα που αλλάζει ο χρόνος τα παιδιά του
Ενα μικρό ενθύμιο θ’αφήσω
Δεν είμαι καλός καθόλου στις απογραφές
Μα ελπίζω φέτος, να έμεινα λιγάκι στην καρδιά σου


29/12.016(21:51)

Παράθυρο

Σαν νυχτολούλουδο μου άνοιγες την μύτη
Καλοκαίριασε ξανά εδω
μπήκε ο καιρός
Έχω ενα ανοιχτό παράθυρο
Ποιητές που αγκαλιάζω τον θάνατο μαζί τους
Και μουσική, λίγη τροφή
Θα την βγάλω με όσα ρούχα έχω
Χειμώνιασε πιά
Σε κάθε τέλος ποιήματος, νοσταλγώ λίγη αγάπη
Μια κόρη, ενα στήθος, την φλόγα
Δακτυλικά μέτρα
Αναβοσβήνω πιο αργά
Μιλάω για μια άτοπη απαγωγή, καταλαβαίνεις;
Με μάθαν αριθμιτική
Καταλαβαίνεις;


28/12.016(17:52)

Μη φιλιέστε

Μέχρι να πεθάνω
Μη φιλιέστε μπροστά μου
Παρακαλώ οχι
Στους τέσσερις τοίχους
Στα τρένα που μαντήλια ανταλλάσουν
Στα κόκκινα φανάρια
Ανάμεσα σε λαμπρά δρομάκια
Διαφορετικοί σταθμοί για τον κάθε ενα
Σε μπάρ, σε κηδείες
Στον όμορφο απογευματινό ήλιο
Μη φιλιέστε

Ζώ και σας βλέπω
Μη φιλιέστε

Έχω μια τάση να σας αδειάσω τον κόσμο μου πάνω σας
Ακούμπα με, ακούμπα με
Μήπως και νιώσω
Μα μη φιλιέστε


26/12.016(17:47)

Μέλλον

Πήρα τη ζωή μου στα χέρια μου
Έχω μια φλεγμονή μέσα μου
Πηγαινοέρχεται πάνω κάτω
Απ´το στομάχι στα δόντια
Μια ανάγκη να γράψω για παρελθόν
Που είναι το τώρα
Μια θέση στο τώρα, που ανακυκλώνει τα μέσα του
Ενα παρελθόν που σκυλίαζει να μη μοιάσει στο σήμερα
Τελικά
Γίνεται μέλλον


26/12.016(17:27)

Θάνατος

Για έναν καλό θάνατο
Πρέπει πρώτα να τους συνηθίσεις
να μην σε ψάχνουν
Να έχεις κάνει πρόβες στα 17
Να αναρωτιέσαι συνεχώς
Να μη βολεύεσαι
Για έναν βέβαιο θάνατο
Πρέπει πρώτα να νιώθεις
γεμάτος με ζωή
Να μυρίζεις, να γεύεσαι
τα μάταια όλα τούτα
Να τα αναγνωρίζεις
Να έχεις ονειρευτεί, αγαπηθεί
Ερωτευτεί τα κοψίματα στην τραμπάλα
Να έσπαζες τα όρια ξανά
Και να προσπάθησες πολύ
Για έναν όμορφο θάνατο


25/12.016(16:31)

Η πρώτη ευχή

Να'σαι καλά
Εδώ καλά
Μονό λιγάκι μονολεκτικός
Ελπίζω κι εσυ καλά
Ελπίζω κι εσυ
Λιγάκι μονολεκτική
24/12.016(00:00)

Παρελθόν

Μουδιασμένος
Μαγκώνομαι να μάθω αν υπάρχει κάτι
Πέρα απ’το παρελθόν,
την γνώση που παύει να υφίσταται 
Πέρα απο τα βιβλία ψυχιατρικής,
τις εμπειρίες που πληρώσαμε στα φάρμακα
Τις ώρες που αναρωτιόμασταν
ποιός ξέρει τα περισσότερα
Εκείνες τις ώρες που βλέπαμε το τέλος
Στην αρχή κάθε φιλιού
Στο τρίτο ποτό που ανταλλάσαμε πρόσωπα
Κι έπειτα τρόμος και δρόμος γεμάτος πληγές
Τίποτα πέρα απ’το παρελθόν
Κανένα νέο. Ενα ομοιότυπο χωρίς διαχωρισμό
Χωρίς δεύτερες σκέψεις. Ενα ίδιο κατασκεύασμα
Μια μηχανή που αλέθει. Και αλέθει
Καλά μου τα’λεγες προχθές, εκεί κοντά στην σκάλα
Είναι ατελείωτη μου λες. Για κοίτα

23/12.016(12:53)


Αστέρια

Μικρές ιστορίες
Φτιάχνουν ενα μεγάλο βιβλίο
Πετραδάκια χτίζουν τα καμίνια
Το ταβάνι είν´άσπρο
Καταραμένοι ποιητές
Αγαπητικιά τους
Η θάλασσα πολύ και τα αστέρια
Αναίμακτα ποτά και πνιγερά
Πολύ σύντομα θα φύγω απ’όλο αυτό
Ο μπλέ καπνός καβαλάει
Της σχισμής την ηλιαχτίδα
Παρασκευή βράδυ
Αγόρασα ενα όπλο
Το ονόμασα ουρανό
Και τον κοκκίνισα


20/12.016(00:59)

Αίσθηση

και να ξυλιάζω στο κρυό που σε περιμένω
Και να τετραγωνίζω τον κύκλο να περάσει η ώρα
γιατί με έστησες ξανά
και να νιώθω αμήχανα όταν σε συναντάω
γιατί εχω να σε δω δυο μέρες
και πραγματικά δεν σε ξέχασα
και να φυσάει δυνατά
και να λιώνω μέσα σου
στο σημείο ανάμεσα στο στήθος
και της κλείδας σου
να μου μιλάς για την μέρα σου
κι εγω να μην ακούω
και να σε διακόπτω λέγοντας σου πως έχεις
το πιό όμορφο χαμόγελο
τα πιο ιδιόμορφα ζυγωματικά
κι εσυ να νομίζεις πως μιλάω για τέχνη
και να μπαίνουμε στο τρίτο μαγαζί
γιατί τα υπόλοιπα είχαν τόση φασαρία
και να μου λες μη σε νοιάζει
κάτι θα βρούμε
χωράμε σε μια ζεστή γωνίστα
οποιαδήποτε γωνίτσα
και να μου λες πως όλοι οι άνθρωποι εδω μέσα
είναι σκυθρωποί
επειδή δεν εχουν βυσσινάδα
και να το κάνω ποίημα
και να πίνουμε ποτά
και να μιλάς ασταμάτητα
και να θέλω να σε διακόψω ξανά αλλά να μην το κάνω
γιατί πάλι δεν σε ακούω
και να σε διακόπτω τελικά με ενα φιλί
και να συνεχίζω με άλλο ενα φιλι
και να λάμπουν τα μάτια σου σαν κεριά
κι άλλοτε να τα κάνω να σβήνουν
άλλη φορά να παίρνουν φωτιά
και επίτηδες, να σου μιλάω για ποίηση
και για γυναίκες που δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι μαζί μου
και να γελάω κι εσυ να στενοχωριέσαι
και να ζηλεύεις μα να μη το δείχνεις
και να σηκώνεσαι να φεύγεις
και να σε ρωτάω που πάς
και να μου πετάς τα χαρτονομίσματα στο τραπέζι
να μου λες να πληρώσω μονάχα τα δικά σου
κι εγω να γελάω, κι εσυ να γελάς
και να σου λεω πως αν δεν το διορθώσουμε τώρα
θα χαθούν όλα
και πως ακόμα δεν ξεκίνησε τίποτα
και να μου ανοίγεις τα χέρια σου
καθώς ανοίγω την πόρτα
και να γυρίσω πίσω να σε αγκαλιάσω
και τόσο κρύο που έκανε εχθές
και πως με συγχώρεσες
και πως σε συγχώρεσα
και να μου χαιδεύεις το μάγουλο
και να σου φέρνω την επόμενη μέρα λουλούδια
μετά το μάθημα φωνητικής
κι ας μην είχαμε κανονίσει να βρεθούμε
να ξαφνιάζεσαι και να με θέλεις
και να σκύβω στα πόδια σου
να σου διαβάζω αυτό το ποίημα
να φοράω τα ίδια ρούχα με εχθές γιατί αλλιώς θα χαθώ
κι εγω απλά ήθελα να είμαι χαμένος στην μυρωδιά σου
και να μην πλένω τα δάχτυλά μου για να σε μυρίζω
και να σου στέλνω μηνύματα στις 4 το πρωί
και να σου γράφω πως είσαι η πιο θερμή γυναίκα που ξέρω
πως σε έχω ανάγκη
πως τα μάτια σου μου το λένε
και τα μάτια μου κλαίνε για σένα
γιατί επέστρεψα εδώ
με μια γεύση γλυκιά κι απόκοσμη
και καθαρή και γεμάτη πίκρα
γιατί ώρες ώρες δεν μπορώ να αντέξω τόση αγάπη
και τόσο συναίσθημα
και τέτοιο πάθος και ολόκληρη την νύχτα να με ονειρεύεσαι
μα εγω δεν βλέπω όνειρα


19/12.016(23:14)

Ξυράφια

Ανταλλάξαμε αίμα

Ξυράφια στη γλώσσα

Το πρώτο φιλί

Ενα φιλί λιγότερο


17/12.016(15:00)

Πάμε

Ο κόσμος είναι αργός
Τα δευτερόλεπτα μικρά
Ας μην πεθάνω πρίν να δω
Την ομορφιά
Την κούραση
Την χαμογελαστή κατάφαση του “πάμε”


16/12.016(11:14)

Μονόπρακτο

Είναι κρίμα να μη σε γδύνω
Να μη με γδύνεις. Πρίν κάνουμε έρωτα
Μοιάζει μονόπρακτο. Καθόλου αυθεντικό
Τα καλύτερα ποιήματα θα τα γράψω αφού χωρίσουμε
Να είμαι καθαρός


15/12.016(20:25)

Το μυστικό

Να σας πω το μυστικό; 
Έρχομαι εδώ
Να σε μυρίσω ως έλλειψη
Κάνω συλλογή απ'τα μαλλιά σου
Ακούστε την σιωπή τώρα
Με το τσιμπιδάκι που βγάζει τα φρύδια της
Χαϊδεύω τα εσώρουχά σου
Μένω γυμνός στη μέση του δωματίου
Κατρακυλώ για οσο προλαβαίνω
Στα σεντόνια
Στην χειμερινή καρνταρόμπα
Αγγίζω ό,τι σε περιγράφει
Ακόμα και τα ρούχα που μου'ναι ξένα
Ακόμη κι εκείνα που δεν σε χωράνε
Σαν δολοφόνος 
Σαν κλέφτης
Βάθυνα φέτος
Τα ταξίδια πολλά
Σιωπή καθόλου
Μαζί κι εκείνη η μοναξιά που τρώει τα έπιπλα
Κάποτε ζήσαμε
Μαζί
Κι έπειτα μ’ενα μυστικό

12/12.016(11:23)


Πλαστικός

Είμαι πλαστικός
Δε νιώθω
Πίνω για να νιώσω
Χρησιμοποιώ την ποίηση
Ως "τέχνη" υπερβολής
Όπως τις γυναίκες
ως προσκύνημα 
Και ως θάνατο
Κι έτσι ικέτης
Δε θυμάμαι αν ζώ
Δε λυπάμαι αν στάζω
Ή αν λιώνω απο ανάγκη
Αν φυτεύομαι δίπλα σου
Σαν κισσός 
Σαν κλουβί ή σαν χώμα
Μα θυμάμαι μονάχα 
να φεύγω συρτός
Να πενθώ την ημέρα
Να γεννιέμαι το βράδυ μικρός
Λειψός απο πνεύμα
Και να πίνω να πίνω να πίνω
Να νομίζω πως νιώθω ξανα
Πως γίνομαι μέγας

10/12.015(15:19)


Το γκρί της πόλης

Αυτή η πόλη ανταλλαγή πληθυσμών
Σε κάθε φανάρι
Με τα πόδια στα χέρια
Το λαιμό στο στομάχι
Δεν ξέρω αν υπάρχει μεγαλύτερο φορτίο
Από το να χάνεις τα φυλλώματα
Και να κοιτάζεις τα αποτσίγαρα
Αυτή την ηλιόλουστη μέρα
Βαφόσουν στο γκρι της πόλης
Με μια χασούρα
Και μια ελπίδα


9/12.016(13:59)

Ταξίδια

Κάποτε γνώριζα ενα μικρό κορίτσι. Σε ύψος και σε βάθος.
Πάντα μου μιλούσε για σχέδια. Σχέδια για το ενα και το άλλο, ταξίδια, βόλτες, λούσα δεν μπορούσα. Εμένα δεν με ενδιαφέρουν τα ταξίδια της έλεγα. Τα κάνω όλα εσωτερικά. Είχα κι εγω τις πουτάνες μου. Φίλοι πολλοί, καλοί, καλλώπιζε τα έργα, τα λόγια, ήταν όλα πλάγια. Οχι δικά της. Επίκτητα. Πρώτη φορά γνωρίζω επίκτητο άνθρωπο. Φτιαγμένο απ'την αρχή. 
Είμαι αυτοδημιούργητη. Με τις εμμονές πάντα γελούσα. Απο λαική οικογένεια. Εκεί ξεκαρδιζόμουν. 
Είχε κι αυτή τις πουτάνες της.
Κάποια άλλη στιγμή, θα σας μιλήσω για το κλουβί μου μέσα της. Την απαλότητα, το χάδι, τον υλισμό του κρέατος, την αφέλεια και την δίψα. Τα δικά μου ταξίδια.


8/12.016(15:20)

Κεριά

Στρίβω να πιώ ενα τελευταίο τσιγάρο
Θα νιώσω πιο φιλικά αν ανάψω τρία κεριά
Του πλήθους, στην μέση
Των ποιημάτων, το άλλο
Της καρδιάς μου, το τρίτο
Αν περάσει κανείς απο το κέντρο
Ας με ρωτήσει πρίν έρθει, την διεύθυνση
Να μην πάει χαμένη η βόλτα
Να βοηθήσει κάποιον που καίγεται απόψε
7/12.016(18:37)

Πανωφόρι

Θάβομαι ακόμα. Περάσαν μήνες
Το συναίσθημα σαν δεύτερο δέρμα
Ξεκολλάει και τυλίγεται
Φτιάχνει κυλίνδρους
Ακουμπώνας στο χώμα 
εισχωρεί και σκάβει με τα μαλλιά του
Μπαίνοντας με το κεφάλι στα χέρια
Γεννιούνται νέες ανάγκες
Ξεφυτρώνουν ομορφότερες ιδέες
Για να ξεφύγω της καθημερινότητας
Να μη με σπαράξει, μα να το πιώ
Φτιάχνω ουσιώδεις, μα φρικιαστικές ερωμένες
Κι όλο να σπέρνω, κι όλο να αλλάζω ρούχα
Μια ντουλάπα γεμάτη γυναίκες
Κι εγω πανωφόρι είμαι, ας μη δειλιάσω ακόμα
Κάθε αργά το βράδυ κυκλοφορώ δίχως άρωμα
Απ’τα δικά τους περισσεύει η ερημιά
Η πόλη πάλι μόνη αναστενάζει στο πρόσωπό μου
Μου λέει κοίτα!
Η πόλη με βγάζει απ’το δέρμα μου
Και χαμηλά με διώχνει στην βουή
Μου λέει άκου!
Γυαλιστερές νύχτες, πλάτες ελάχιστα ζαρωμένες
Βαρύτητα στο σέπαλο που με κοιτάζει
Τα τζάμια θολώνουν
Μια μικρή νύχτα, όσο μικρή όσο εμείς
Όσο πλατιά όσο κι εμείς
Μια γάτα τρέμει κάτω απο ενα αυτοκίνητο
Ένας γάτος την κοιτάζει πίσω απο το παράθυρο
Μια σφαίρα ανοίγει το κεφάλι μου στην μέση
Ενα τριαντάφυλλο το δικό σου στα δύο
Όπλα και έρωτας
Μέχρι να δω που θα με πάει θα τεντώνω τα μέσα μου
Σαν άλλος τότε θα μπαίνω μέσα σου να τεντώσω κι εσένα
Να δω πως έλιωσε το παγόβουνο που έκανα έρωτα
Φόρεσε άλλο πανωφόρι
Και σαν δεύτερο δέρμα ζεστάθηκε και κόλλησε 
σαν άλλο χρυσόμαλλο δέρας


5/12.016(15:56)

Λυπήθηκα

Κάποιος που δε γνώρισα ποτέ
Λυπήθηκα 
Μα μόλις έμαθα πως πέθανε 
Κάποια που δεν με στερήθηκε ποτέ
Λυπήθηκα
Ορκίζεται πως μ’αγαπάει

3/12.016(23:15)