Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Τώρα

Κι έπειτα μήνες χωρίς την σκέψη ως γιατρειά
Το βάθος μιας πίστης που κάποτε ζούσε το σήμερα
Και σαν συνδεδεμένες πληγές με χαρές
Χαρές γεμάτες ελπίδα κι έπειτα θλίψη
Αναπολούσα σαν κομμάτι απο ασπρόμαυρο φίλμ
ενα μέρος απο δέρμα φθαρμένο
Το τώρα που ζούσα πρίν απο λίγο
Το λίγο που πέθαινε για το τώρα
Τώρα
Τώρα
Τώρα..
Κι ύστερα θάνατος 
Τώρα
Τώρα
Λίγο αργότερα γαλάζιο και χρώμα
Κι έπειτα κύκλοι
Κύκλοι
Κύκλοι
Με χώμα και νερό
Και λάσπη με αφιόνι
Στις μίζερες μέρες
Στις μέρες τις χαρωπές
Απότομα όλα
Δευτερόλεπτα σιγής για το πένθος
Σιγής για την δόξα
Και τέλος
Τέλη
Τέλη 
Παντού τέλη


28/11.017 (16:16)

Νύχια

Πάντα υπολόγιζα να έχω δυο μάτια
Δυο χέρια
Δυο γλώσσες
Ο διαχωρισμός που θα δημιουργούσα
Θα ήταν τόσο εμβληματικός
Που θα κουραζόμουν
Πρίν καταλήξω στο συναίσθημα
Κι αυτό είναι ένας δρόμος
Μέσα στις φωτογραφίες της ευτυχίας
Στο αίσθημα του ανήκω
Στην επίδειξη της εξωτερικής ταυτότητας
Νύχτες με τα αγόρια
Καρυωτάκης, Bukowski, Baudelair
Τα νύχια μου μεγαλώσαν βιαστικά
Νύχια που τρώω
Ευτυχώς στην ποίηση της φαντασίας μου
Δημιουργώ τόσους πολλούς κόσμους
Που δύσκολα θ’ αφήσω


15/11.017 (23:58)

Νοσοκομείο

Νοσοκομείο το σπίτι μου
Αναπνέω χειμωνιάτικα ντυμένος κατάλληλα
Ομιλίες που βγαίνουν απο στόματα άλλα
Απομονώνω τις κορυφές των ήχων τους
Γεύομαι το φαγητό στην ψυχιατρική του πτέρυγα
Τα νύχια μεγαλώνουν μπροστά μας
Συχνά γινόμαστε περισσότεροι
Εκεί κοντά που μένουνε τα σκιάχτρα
Διαδρομές και δωμάτια, χώροι κοινοί
Λέμε στο τηλέφωνο πως είμαστε καλά
Σε αυτούς που δεν τηλεφωνούν
Μέσα μου απλώνει μια υπερβολή
Μαρία η σιωπηλή
Καταπιεσμένη γάτα να μένει στο έδαφος
Ενα μονοκόματο τώρα
Κι ενα σπίτι που γεννιούνται λίγα 
Κι εκεί καταλήγουν



1/11.2017 22:59

Ατελής

Εγω είμαι ο ατελής
Πυρές φλογών και σκόρπιες σκέψεις
Εν’ δυο πιαστείτε στα χέρια, τώρα γελάμε
Κι ενα εσώτερο λίγο που μοιάζει στο τίποτα
Πηδά στο κενό 
Ενα κενό γεμισμένο με χαμόγελα τόσα
Άλλοι θα τα ’λεγαν κατάδικα ουρλιαχτά

Εγω είμαι ο ατελής
Μισάνθρωπου σκέψεις και εκτιμημένες ψευτιές
Εν’ δυο γυαλίστε τα δόντια μπρός στον καθρεύτη
Κι ενα εξώτερο τόσο δα που μοιάζει με πείσμα
Σέρνεται με ρυθμό
Ενα ρυθμό πλημμυρισμένο με λόγια τόσα
Όπως κάποιοι αγκαλιάζονται κατά το γκρεμό



22/10.017(18:46)

Λευκές ημέρες

Τα καλύτερά μου ποιήματα
Τα έγραψα για γυναίκες
Με απόλυτα τέλη στα χείλη
Το γνωρίζαν κι οι στίχοι μου
Μα εγω ήλπιζα
Σκυφτές φιγούρες σχεδόν άνυδρες
Κορμιά που μοιραζόμουν την εμπάθεια
Την απόγνωση των ανεπίστρεπτων τηλεφωνημάτων
Το κρύο μου στρώμα με σώματα αγκιλωμένα στο μαύρο
Μα εγω τα παράβλεπα
Έδινα πιθανότητες
Πίεζα το μυαλό μου να μην χάσω το κάτι τους
Εκείνο το λίγο
Που μέσα μου λογάριαζα ως θαύμα
Να γράψω τη θλίψη μας
Να πω για το μαρτύριό μας
Είχα ανάγκη, οι λέξεις να γίνουν 
τα μυστήρια δυο γραμμών ανέπαφων
Ψάχνω ακόμα να βρώ τι κατάλαβα
Καθώς υπέροχα ποιήματα γράφτηκαν
Πάνω σε αίμα αληθινό
Μέσα σε στιγμές δυστυχισμένης ευτυχίας
Βολεμένες πηγές αυτοίασης
Μα πλέον, δίπλα σου, δε βρίσκω



14/10.017 (10:42)

Το φιλί σου

Και μ’ ενα δίχτυ παλεύω να πιάσω το φιλί σου
Πρίν πόσους μήνες, πρίν πόσες μυρωδιές να έφυγες..
Που δεν κατάλαβα
Που έψαχνα μνήμες 
Δέρμα και τρίχες πεσμένες σαν φύλλα
Φθινόπωρο πια
Μπορώ να ξαπλώνω ήρεμος σε αυτό που μου λείπει
Άπνοος και κιτρινωπός
Νύχια γράφαν αγάπη
Οι τοίχοι του έρωτα
Σπασμένα μούτρα, κι εγω πανικοβάλλομαι

Το σπίτι γέμισε αέρα
Άνοιξαν οι ντουλάπες και χύθηκε η βανίλια
Τα κόκκαλα γίναν άμμος και τρυπώνουν στην εξώπορτα
Τετέλεστε, τελειώσαμε
Σπασμένα 
Το σπίτι γέμισε φωνές
Επιτέλους μαζί μου νομίζουν πως νιώθουν
Κερνάω τους περαστικούς μολύβι
Λιωμένο να γράφουν
Και μ’ ενα δίχτυ παλεύω να πιάσω το φιλί σου


15/9.017(14:44)

Κατώτερος θεός

Πλατεία Εξαρχείων
Παιδιά ενός κατώτερου θεού
Σκυλιά ενός πιο βρώμικου θεού
Ποτά ενός φθηνότερου θεού
Θεός ας είναι σκέφτομαι
Για κάποιους λόγους
Λίγες στιγμές
Νιώθουμε όλοι ευγνώμονες
Τα παιδιά, τα σκυλιά, τα ποτά
Τα παίρνω σπίτι 
Σε αυτό το ήρεμο, ηλιόλουστο
Υπέροχο σπίτι
Μα τίποτα δεν τ´ αγγίζει
Σπασμένες οι πλάκες
Πρόσωπα απορημένα μα γνωστικά
Τα δικά τους δεδομένα


5/10.017 (17:24)

Λευκός Ουρανός

Χιλιάδες άνθρωποι
Όλοι αφημένοι μέσα στους μόνους
Ζωές που χαθήκαν
Συναντιόνται ξανά
Μετά απο εμπειρίες ζωών
Έπειτα απο σάρκες μέσα σε σάρκες
Ύστερα απο φροντίδα και φθίνουσα στίγματα
Λευκός ουρανός σήμερα
Το ταβάνι μας
Χιλιάδων ανθρώπων
Πως τα καταφέρνω 
κάθε τόσο δεν ξέρω
Μα αργά στον καιρό 
συντομεύω ενα μέλλον
Τσιγάρα που έχουν ήδη τελειώσει
Μα νιώθω
Συντροφιές που ιδιωτικοποιούνται 
συντροφικά δοξασμένες
Σκονισμένες γνωριμίες
Μάτια που καίνε
Δεν ξέρω
Χιλιάδες κομμάτια ανθρώπων που βλέπουν
Που ακούν γεύονται και γλύφουν
τον λευκό ουρανό


 30/9.017(22:25)

Υπηρεσίες ψυχικού ελέγχου

Ενδιαφέροντες άνθρωποι
Φαίνονται σάρκινοι
Μιλάνε με μάτια ψαριού
Κοιτάνε με γλώσσα ενδιαφέρουσα
Φέρουσα βιβλία και υπακοή
Εκατό καρδηνάλιοι κι ενα καλαμάκι φραπέ
Συμπεριφορική ή αλλιώς υλιστική και κάπως κάπως τωρινή
Αναρωτιέμαι πως να κάνουν έρωτα
Τι είναι αυτό, που εκτός της τέχνης της συνταγογράφησης, συγκινούνται
Μεγάλα αυτία
Συγνώμη εχω ραντεβού μα ευτυχώς ο Ψ είναι βραδύκαυστος
Παρακαλώ προσεγγίστε ακόμα κάποια χρόνια για το μεταπτυχιακό
Εμπειρικό πτυχίο ΜΗΔΕΝ
Κοίτα να δείς
Παρατηρώ τον ενθουσιασμό τους
Της σχολής τους
Των ανθρώπων που πίνουν ποτό
Τα χαρτιά που υπογράφουν
Τις άδειες αίθουσες
Την καθημερινή τους προετοιμασία

Καλημέρα
Θα περιμένετε
Ποδόσφαιρο και φραπές
Και δημόσιες υπηρεσίες ψυχικού ελέγχου
Η διατηρητέα φαινομενική δύναμη
του μισανθρώπου
Πως είσαι;
Περάσαν μήνες
Τίποτα 
Γράψε μου τα χάπια να φύγω


20/9.017 (12:49)

Λευκές ημέρες

Γύρισα σπίτι ξημερώματα
Απελπισμένα μαγεμένος μα ολόκληρος
Δίχως σκεπάσματα σήμερα λευκά
Ηδονικός καθόλου και περίσσιος αρωμάτων
Έσκαψα βαθεία το μέσα μου
Σκότωσα την ελπίδα της καθημερινότητας
Έκανα τάφο την προσμονή του περιμένοντας
εναν θεό να βοηθήσει
Κατέληξα υπνωτισμένος μέσα στα βιβλία
Μέσα στο πιάνο του Σοπέν
Στην τριγωνική συνύπαρξη των ανθρώπων
Σκέφτηκα σκληρά τον τρίτο άνθρωπο
Μέσα απο φιλίες, ερωτικούς συντρόφους, οικογένεια
Όλα ανθρώπινα είπα είναι
Σαν σκέψη ορφανή, είναι όλα ανθρώπινα
Μα άγονα χωρίς πράξη
Άγονα χωρίς μετουσιωμένο αγώνα
Και καθώς έβλεπα το βουνό να μεγαλώνει
Τις πέτρες ογκόλιθους στο δρόμο μου
Βροχές, φωτιές, σπαργαμούς στα διπλανά χωρία
Κατάλαβα πως ο φόβος, ο όποιος φόβος
Οδηγεί στην βία, στην όποια βία
Κι έτσι κάθισα λιγάκι και ξεκουράστηκα
Αργά, αργά θα έρθουν όλα
Χρόνος, πολύπλοκες πράξεις θα βοηθήσουν
Μια καλή μαθητεία, μια επαναλαμβανόμενη έλξη
Ενα μέρος που δεν πλαταίνει ποτέ
Βάθη ανείπωτα

Βαθειές ανάσες και όμορφα τοπία πια
Ο κόσμος απο δίπλα φεύγει, που ν’ αντέξει
Πως ν’ αντεξει..

17/9.017(18:03)

Γέννα

Δεν είχα πολύ χώρο να ξεχάσω
Ή να ξεχαστώ
Κι έτσι αποφάσισα για την χαριστική βολή
Άνοιξα την καρδιά μου σε μια θάλασσα ανθρώπων
Είπα να πληρώσω με το νόμισμα της λήθης
Έτσι το κάνανε οι τολμηροί
Να προχωρήσω, σα σαλιγκάρι εμπρός
Μα να ξεχάσω να γυρίσω
Οι γιατροί σκοτείνιαζαν, δεν είχαν συνταγές
Δεν καταλάβανε ποτέ
Πως ο ανήφορος ετούτος μόνο πένθη θα γεννούσε
Πρώτα το Εγω μου, έπειτα εσείς
Τέλος του κόσμου όλου η καρδιά μου
Κάπως σαν αίσθημα ευγνωμοσύνης
Μια κόψη για εσάς, μια κόψη για εμένα
Μετά απ’ όλα αυτά, λουλούδια μονόχρωμα μέσα σε όνειρα
Που δεν υπάρχουν. Μα πρέπει μονάχα να φανταστείς
Κι όμως έγιναν τα πένθη άνθη
Πένθη άνθη λιγότερο σκούρα κάθε μέρα
Κάπως σαν συναίσθημα αγκαλιάς κι ευαισθησίας
Κάτι σαν πόνος, κάτι σαν ευχαρίστηση
Μάλλον σαν γέννα



8/9.017(20:13)

Όμορφοι άνθρωποι

Οι όμορφοι άνθρωποι βάζουν
εμπρός τα χέρια όταν κλαίνε
Χειροκροτούν και δέχονται αγάπη
Δεν υπάρχει ψέμα
Δεν υπάρχει νόημα στο ψέμα
Κι έπειτα όμορφοι πίνουν τα χάπια τους
Όμορφοι θάβουν τα παιδιά τους
Όμορφοι κόβουν τις φλέβες τους
Μα ευτυχώς πρίν απο αυτό
Μας έμαθαν τους τρόπους
να περνάμε μέσα απο την φωτιά
Μας έδειξαν πως ανοίγουν τα χείλη
Κι έπειτα τρέμει το πάτωμα
Ανοίγουν τα χέρια
Αναγνωρίζουν
Αποδέχονται
Αγαπούν
Κι έπειτα φεύγουν
Κι έρχεται η σειρά μας
Να αλλάξουμε εσένα, κι εσένα
Να πάρουμε τα χάπια μας
Να θάψουμε τα παιδιά μας
Να κόψουμε τις φλέβες μας
Να βάλουμε εμπρός τα χέρια σαν θα κλάψουμε
Μα κι έστω ένας σας να θυμηθεί
Τον τρόπο που του μάθαμε
Να καίει μέσα του η φωτιά..


27/8.017(12:45)

Αγκαλιά

Στ´ όνειρό μου
Πήρα αγκαλιά τη μαμά 
Και τον μπαμπά μου
Που πρώτη φορά αγκάλιαζα
Και πρώτη φορά τους ονόμαζα
Μαμά και Μπαμπά
Ξύπνησα πνιγμένος
Με δάκρυα χαράς


25/8.017(11:42)

Φόβος

Φοβάμαι να αφοσιωθώ, κι έτσι ολισθαίνω
Φοβάμαι να φύγω μακρυά σου
Κι έτσι κράταμε σφιχτά μέχρι να με εγκαταλείψω
Φοβάμαι να αλλάξω αυτό που ζώ, μα κλείνω τα μάτια
Φοβάμαι πως το έχω ανάγκη, κι έτσι υπεκφεύγω
Φοβάμαι να σκοτώσω τους γονείς
Τα άσχημα μου κομμάτια
Μα φοβάμαι να αγαπήσω
Τα όμορφά τους κομμάτια
Το στρώμα που κατούρησα τον τρόμο
Όταν με δείχνεις, φοβάμαι
Κι έτσι ανοίγω πανιά στην τιμωρία
Όταν κοιμάμαι με κουρασμένα μάτια
Φοβάμαι να νιώσω την ιδέα της ελευθερίας
Φοβάμαι να κλείσω το στόμα
Και να δέσω τα χέρια
Κι έτσι φοβάμαι ν’ αλλάξω
Κι όσο φοβάμαι, χάνω εμένα
Χάνω ανθρώπους
Κι όσο φοβάμαι, θυμώνω
Όσο θυμώνω, ξεχνάω
Κι όσο θυμώνω, απορρίπτω
Όσο θυμώνω, φοβάμαι εμένα


24/8.017(00:45)

Ενα γιατί

Κάθε πρωί αξημέρωτα
Ξυπνάω στον ύπνο μου γυμνός
Τα φώτα ακόμα ανοιχτά
Κι ένα τσιγάρο άκαφτο να περιμένει

Τέσσερα μάτια κρεμασμένα στη βροχή
Τρείς κουβέντες ανθρώπινα απλές
Δύο σκέψεις προσμονής
Κι ενα γιατί, στην πόρτα αργοπορημένο



21/8.017 (05:25)

Πιο μόνος

“δεν είχα ποτέ παιδική ηλικία
πεθαίνω από καλοσύνη συνέχεια”*
Βγάζω κάποιες στιγμές τα νύχια των ποδιών μου
με την τανάλια
Και τα καρφιά στα αυτιά μου 
παγώνουν το κερί
Μεγάλωσα και ένιωθα να ξέρεις, εσυ
Ακούς
Θλίβεσαι ή ποθείς
Με νιώθεις και με λυπάσαι
Με νομίζεις θεατή της ζωής σου;
Εραστή της φυγής στο κατουρημένο μου στρώμα
Νευρικός και τραχύς
και
“είσαι τέλειος, είσαι τέλειος, είσαι τέλειος”
Ονομαστής και παρανομαστής..

Όλο πιο μόνος
Κι όλο πιο μόνος


17/8.017(19:29)

*στίχοι του Γιώργου Ευθυμίου

Ανέπνεες

Παλινδρομώντας σε μια παιδική ηλικία
Ανάμεσα σε θέρμη και ψύχρα
Σε πρωινό φώς και πρωτοσκόταδο
Σε σκέψη και πολλές φορές άγνοια συναισθήματος
Σε χέρια που καίνε και πόδια υγρά απ’την θάλασσα
Ξυπνάω το βράδυ βρεγμένος με έναν προστάτη στο πλάι μου

Χριστέ μου ανέπνεες
μα κάποια στιγμή ένιωσα μόνος


15/8.17(07:27)

40 υπο σκιά

Πλατεία εξαρχείων
Απο που είσαι;
Εδω μένω
Α, έλληνας
Δευτέρα μεσημέρι 40 υπο σκιά
Ούρα και σπασμένα όνειρα 
Περασμένο σαββατοκύριακο
Κολλημένα στις πλάκες
Μοιάζει με κάτι σαν τέχνη ζωγραφικής
Ξεπλυμμένη πλατεία
Πολύ μύγα 
Συντηρούνται κι αυτές
Ο ένας στον άλλο ζητάμε συγνώμη
Για εναν κώλο πιο πέρα
Ανάμεσα στις τρύπες του ήλιου
Ήρθε κι ο Θόδωρας
Η ζέστη του θυμίζει την φυλακή
Τον τρίτο όροφο
Δεν ξέρεις τι είναι μου λέει
Να μην μπορείς να βγείς απο κει μέσα
Να τρελαίνεσαι απ´τη ζέστη
Να χτυπάς το κεφάλι στον τοίχο
Και αυτή η φωτία του ήλιου
Να σε σπάνε ως άνθρωπο
Την υπόστασή σου
Πάντοτε χρησιμοποιούσε λέξεις καλές
Η Ντίνα καρφώνει στα μάτια εναν αφγανό
Χαιδεύει το πέος της
Έπειτα φτύνει



7/8.017(14:51)

Ανάποδα

Οι ώρες μετράνε ανάποδα
Χτύποι της καρδιάς εσωστρεφείς
Σαν να αναβιώνω το παρελθόν
Αποφεύγω τον ήλιο σαν τύψη
Φρίκη αλήθειας και 
φρίκη αγάπης
Οριακά
Παρά ολα αυτά
Παρά όλα εκείνα που τις φλέβες φουσκώνουν
Που το μυαλό κάνουν θολό
Εν βρασμώ και συγχρόνως εν ψυχρώ
Που με βιασύνη το τρυπάνε
Θρέφουν το τοπίο του θυμού
Και ξεσπάω
Στο πρώτο αίμα, το πιο κοντινό
Βία στην βία μεταφρασμένη
Βία στην βία τα δόντια μου κόβουν το κρέας
Τα χέρια μου γιγάντια 
Τα μάτια γεμίζουν το δωμάτιο φόβο
Αναπαραγωγή του σκοταδιού
Του σκοταδιού εκείνου που δεν έχει βάθος
Εκείνου που δεν ψάχνεται κι εκείνου που δεν βρίσκει
Κι όπλο γίνεται στρεβλό
Κι έπειτα απόπειρα
Ξανά
Κι έπειτα χάος για μέρες
Κι έπειτα όνειρα ξέφτια
Κι ύστερα ώφελος το τέρμα
Κι ατέρμονοι κύκλοι
Τηλέφωνα σε γιατρούς
Αίματα
Και ξανά όνειρα
Και ξανά αίματα
Και γιορτές κηδείες
Και χαμόγελα
Και αγέννητα γεννημένα παιδιά
Σε τρείς μέρες σε λάτρεψα αν θυμάσαι
Σε άλλες τρείς, μέτρησα ανάποδα
για να γυρίσω
Μα ήταν σκοτάδι και έλειπες
Ήταν βραδιά ερημική και χανόσουν
Παλιέ μου εαυτέ
Πατέρα μου κόσμε
Μητέρα ελπίδα


3/8.017(21:05)

Στρωμένο κρεβάτι

Τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο
ξεστρώνουμε επτακόσιες εικοσί εννέα φορές το κρεβάτι
Ενα κρεβάτι
Φοράς ενα λουλουδάτο φόρεμα
Απο αυτά που ονομάζουν φλοράλ
Ολόσωμο
Κλειτορίδα το κεφάλι σου
Εξηνταεφτά τοις εκατό αναπηρία
Έτσι απέκτησα στάτους στους πρόσφορους αμνούς ανάμεσα στα σκέλια μου και σε ομάδες γραφίαδων
Ζήτησα πιο ευέλικτο πρόγραμμα
να μιλήσω για τον θάνατό μου και μου δόθηκε
Πίστεψα σε μένα 
Στην εικόνα μου, στη δύναμη των χεριών μου
Στον τρόπο που κάνω έρωτα
Κι έπειτα εσυ
Με το μοίρο και τα θιάματα
Τριήμερο πένθος για να σηκώσεις την πλάκα μου
Ποτέ δε θυμόσουν πως οι νεκροί
Ακόμα και οι πιο σεβαστοί,
στις τρείς ημέρες ξεχνιούνται
Ακόμη κι απο αυτούς που τους κουβάλησαν
Έτσι το βράδυ οι δαίμονες ξαναγεννιούνται κάτω απ´το στρώμα
Ξενυχτάνε με τις έγνοιες σου
Πηδάνε στο κενό με τις δικές μου
Το πρωί στρώνουν ξανα το κρεβάτι



29/7.017(00:09)

Χάπια

Πίνω τα χάπια μου 
με αλκοόλ
Τσιγάρα αριστοτεχνικά στριμμένα
Ο πρώτος δαίμονας φουσκώνει
την κοιλιά του
Ευχαριστιέται
Ο δεύτερος δαίμονας ψυχορραγεί
με το ξυράφι 
Βαριανασαίνει
Με κοιτάς και μοιάζει σαν να λες
πως αγαπάς αυτό που είμαι
Με κοιτάς και μοιάζει σαν να σκέφτεσαι 
πως βραδιάζει πιο σύντομα απόψε
Η τρέλα χαμογελάει σπάνια πια
Τραβάω χειρόφρενο στη μέση του δρόμου
Τρομάζεις
Γελάω
Ηρεμία πια
Γελάς
Τρομάζω
Δυο ομοιότητες που τείνουν 
της τελειότητας της μετριότητας
Φυσικά αφύσικα βέβαιες
Αναρωτιούνται για
Το τέλος
Κι η αρχή του
Ενα νεύμα
Λίγο πιο υγρό πνεύμα
Μαύρες σκάλες ανεβοκατεβαίνουν
Άκου
Κι έπειτα μίλα
Κι ύστερα κάθισε μαζί μας
Θα κεράσουμε απόψε
Θα αποφύγουμε τα δόλια τόσα
Τις ξύλινες σόλες
Τα άχρωμα πρωινά
Μετά θα φύγουμε
Αύριο δουλεία
Σήμερα..
Σήμερα αγάπη


28/8.017 (23:06)


Γουρούνια

Πρέπει να παίζω σε εκατό γήπεδα
Να σκοτώνω λίγους εχθρούς
Δωμάτιο, φυσική ακουστική κιθάρας
Σιωπής, τσιγάρων και ξαφνικά σιωπής

Σ´ αγαπάω ούτως ή άλλως
Μέρα με τη μέρα
Πασατέμπο
Κόκκινο κρέας μια φορά το δεκαπενθήμερο
Και λευκό
Μια φορά τη βδομάδα

Το χέρι σου σε αγκαλίαζει
Στραγγαλίζοντάς σε
Δοκίμασες; θέλει καλό πλύσιμο
Τελετουργικό
Όλα τα άντερα
Κόλλα ζελέ καθαρό αφρός

Ανώτερης ωρίμανσης απο οξιές και έλατα
Αυτοί που σκοτώνουν γουρούνια
σκοτώνουν ξεκινώντας απ´ τη μάνα
Γουρούνια είναι

Τα πόδια σου
Κι έπειτα ηλεκτρόδια
Η θεότητα κυνηγάει
Σκοτώνει αλεπούδες
Φορτηγά με ουρές
Κολλημένα καπέλα κυριών


15/7.017 (01:01)

Ολοκλήρωση

Πλατεία Εξαρχείων
Είμαι με τον Αλέξανδρο
Που διεκδικεί την αιώνια αγάπη
Μιας γυναίκας που ώρες ώρες
Αισθάνεται μισή
Αν και τον ολοκληρώνει
Τις στιγμές που της χαιδεύει το χέρι
Το άκρο που πονάει σαν φάντασμα
Το άκρο που επιθυμεί να σταθεί
Που το αγαπάει κι ας είναι διαφορετικό 
Και νεκρό και απίστευτα όμορφο
Θα της πάρω λουλούδια μου λέει
Τώρα, την ώρα που κοιμάται
Για να της αποδείξω το αειθαλές συναίσθημα
Αυτό που δεν πέφτει
Σαν την πέτρα που στεριώνει
Όπως η φλέβα που πετάγεται και νιώθει
Την αγαπάω μου λέει
Το σάββατο την παντρεύμαι
Και ξέρεις κάτι;
Ολοκληρώνομαι μέσα της
Έξω της
Γύρω της
Και ώρες ώρες κλαίω
Γιατί δε θα την αφήσω ποτέ
Μα θέλει προσπάθεια 
Για να το καταλάβει


12.7/017(15:13)

Γύψινο στεφάνι

Κάποια στιγμή 
Θα γράψω ενα ποίημα για δρόμους 
Με χαμένα πλήθη
Ουρανούς βαμμένους μώβ
Σχετικά σκυθρωπούς
Στίχους δόντια
Λέξεις πόρνες που θα γιορτάζουν
Επιτέλους
Πόδια διαδρόμους συνόρων
Μάτια αγκαλιές
Και αγκαλιές μάτια
Κολλημένα στα παράθυρα τρένων
Ψηλά χέρια που θα σημαίνουν πνιγμούς
Ή έστω χαμόγελα που θα ουρλιάζουν
Κάποια στιγμή θα σκίσω τα ποιήματα μέσα στη βουή μιας
απύθμενης, ατελείωτης
αποστειρωμένης κι ανελέητης γιορτής
Του σήμερα
Του τώρα, που ευελπιστούσα να αντέξω
Μα τελικά κρεμάστηκα
Στη χαρά αυτή του κρέατος
Του υπολογισμού του κόστους του
Της μοναξιάς που φοβάμαι
Των τελευταίων χτυπημάτων στον αέρα
Του γύψινου στεφανιού του Καρυωτάκη


6/7.017(21:19)

Οίστρος

Πλατεία Εξαρχείων
Με τον Θόδωρα τον αγαπητό
Που ξέφυγε απ´ την πρέζα
Έχει δύο κόρες ψυχιάτρους
Των παιδιών
Κερνάω μπύρα
Έρχεται η Μαρία και κερνάει ξανά
Έρχεται και η Ντίνα η ερμαφρόδιτη
Με το κίτρινο μπλουζάκι το ελαστικό και το γκρί καπέλο
Έχω και εγώ τις συμπάθειές μου λέει
Κάνω χορούς
Με έδιωξε από την Κρήτη ο αδερφός
Το αίμα πεθαίνει αργά αργά, μέσα μου
Εδώ νιώθω καλά, Δευτέρα αλλάζω την ταυτότητα
Πλέον θα με αγαπώ
Ο Θοδώρας γνωρίζει ότι γράφω
Μου δίνει χρόνο να σκεφτώ
Κερνάω μπύρα
Γράφω αυτό
Μπλέκομαι με τις ζωές των άλλων
Πάνκηδες και πότες
Μυαλά δουλεμένα
Σπασμένα πεζοδρόμια
Ατόφια θλίψη
Ατόφια χαρά
Άνθρωποι κι αυταπάτες
Ονειράματα και κατάρες
Όλοι ενα
Αγκάλιασα τον Θόδωρα
Και παω να κατουρήσω
Δε θα φύγει
Μου χαμογελάει
Θα περιμένει
Άλλον εναν οίστρο


30/6.017(21:48)

Περιορισμός

Λυπάμαι τα παιδιά που μου μοιάσαν
Κάθομαι και σκέπτομαι ξανά χωρίς δισταγμό
Τους τριγμούς απο τα μέλη μου
Το πόσο άσχημο είναι να αποφεύγω
Να βγάζω άμυνες
Να μάθω να χάνω
Επίθεση και φαρμάκι. Εσυ κι εγω

Τέλειε πατέρα
Μάνα και γη
Περιορίσου
Με τη μυρωδιά σου θα συνεχίσω
Να μεγαλώνω γράμματα
Να μάθω να αντέχω 
Αντιβίωση για τον νεκρό εαυτό μου




24/6.017 (00:33)

Φίλησα το στήθος της

Φίλησα το στήθος της 
και μούδιασαν τα χείλη μου
Τι απερίγραπτη καμπύλη σκέπτομαι με βρήκε
Και πόσο έξω απ’ τη συνήθεια σε μια πόλη 
που έχει μάθει μονάχα να τρώει
Τα σκεπάσματα, τις μνήμες 
και μειδιάζω
Λατρεύω όταν τραγουδάς
και σε αυτό το σημείο, μου λες, κλαίω
Σε μια πόλη που μας συνήθισε στα λόγια
Κι ανάβει αναπτήρες στις γωνιές του ταβανιού
Μύρισε κερί
Καπνός
Κι ακόμα κρατάω το χέρι σου στον ύπνο μου
Σε μια πόλη που μας χωρίζει διαρκώς
Στα φανάρια, στα αστραφτερά φτερά της προσδοκίας
Σε ακούω να μιλάς με τον πατέρα σου
Κι η συγκεκριμένη αγάπη, μου έλειψε
Ξυπνάει η Ειρήνη
Απ’ την πολλή ησυχία
Την πολλή κωφαμάρα
Με ρωτάει αν έπινα πάλι
Αύριο τι θα πω στο γιατρό


20/6.017 (10:37)