Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Ψηλά

Εδώ που ζώ. Που ζώ;

Πέρσυ πετσόκοψαν ένα ολόκληρο δέντρο
Η αυλή πήρε αέρα
Φύγαν οι σκιές και τα πεσμένα φύλλα
Μείναν κάτι ολομόναχα κλαδιά
Που φέτος έβγάλαν μικρότερα χέρια
Περισσότερα μάτια
Κι αφού δεν έχουν ουρανό να δούν
Τυλίχθηκαν στην μαντεμένια υδροροή
Και το’βαλαν πείσμα να φτάσουν

Πάλι ψηλά. Πάλι ψηλά;


31/03.016(14:46)

Κενό

Δεν γράφω λέξη
Έχω πάψει να νιώθω απελπισμένος
Να είμαι ήρεμος

Το ασημένιο μου κενό

31/03.016(13:42)

Ως

Ζούμε την εποχή που το "σαν" το κάναμε "ως"

Και το τερματίσαμε

Θλίψη

Επιλόχειος θλίψη
Νέκρεψε η αγάπη μου

να κόψει όλους τους λώρους

25/03.016(12:07)

Άνοιξη

Μπήκε κι η άνοιξη σαν θάλασσα φέτος
Στην τρύπια μου βάρκα
Γέννηση λέτε μα εγώ, τον θάνατο βλέπω
22/03.016(15:43)

Αντικείμενα

Κάποια αντικείμενα υποκρίνονται τους ανθρώπους
Άριστοι τεχνίτες στην ενδυματολογία
Ονομάζουν ευαισθησία την χειριστικότητα 
και τα ανθρώπινα δικαιώματα σκλαβιά στην σάρκα
Υποδούλωση στα υλικά
Ένα λαμπρό μάτι κι ένα ολοσκότεινο

Κάποιοι άνθρωποι απλά σε ορέχθηκαν
Σε διάλεξαν για φαγητό τους, σου είπαν πέρνα
σε έβαλαν στο πιάτο τους, σε γεύτηκαν
Ένας ιστός με ανάγκες, ανασφάλειες
Μα ότι έχει κεντρί, είναι πάντοτε σιγανό
Έχει καλούς τρόπους και είν’ερωτεύσιμο 



19/03.016(15:15)

Ταβάνι

Η βροχή άλλαζε ήχο.Άκου
Ευτυχώς που πέθανες λίγο πιο πρίν
Ήμασταν τόσο σακατεμένοι για να τρέξουμε
Κι ολότελα νεκροί για να το σκοτώσουμε

Ο μπλέ καπνός καβάλησε
της σχισμής την ηλιαχτίδα
Το ταβάνι ειν’άσπρο
Κι εμείς γυρίζουμε πλευρό


14/03.016(01:57)

Επιλόχειος θλίψη

Στένεψε η ζωή
Οι θεοί μάς κοιτάζουν
Μια μικρή νύχτα μουσικής
Το ανέπαφο της επαφής
Κομμένα δάκρυα το κρύο σου στήθος
Τέσσερα πόδια, τέσσερα χέρια
Πέταξε η βούρτα τις τρίχες
Τα έπιπλα πουλιούνται
Επιλόχειος θλίψη
Νέκρεψε η πλάτη μου
να κουβαλώ όλους τους ήχους
Το κλάμα, το γέλιο
Την ηχώ απ'τα πόδια μας
Την μιά να σέρνονται
Την άλλη να τρέχουν

10/03.016(15:05)

Γυναίκες

Οι γυναίκες ρωτάνε την γνώμη μου,
επειδή μεγάλωσα σε οίκους ανοχής υψηλής ραπτικής
Η πρώτη γυναίκα που πήγα, κυλιόταν στα αποδυτήρια
Μια πλαστική, για τα μικρά μου μάτια, φαλλική κούκλα
Οι γυναίκες ρωτάνε την γνώμη μου αν τους κάνουν τα ρούχα, αν τους πηγαίνει το άρωμα, στριφογυρίζουν στις γόβες τους μόλις πάρουν το ναι, γιατί μεγάλωσα και ανακάλυψα την ευγενική, στοργική, παιδική γυναικεία μου φύση
Οι γυναίκες ρωτάνε την γνώμη μου μιας που την μία είμαι στο πεζοδρόμιο και την επόμενη στα σαλόνια τους.
Ρωτάνε γιατί μπερδεύω βερμούτ με μπύρα και γιατί τα κόκκινα μάτια μου,
ρουφάν αυτό που φοβούνται να δώσουν
8/03.016(20:56)

Δεν σ'αγαπάει κανείς

Μαγκούφα απόγνωση, κόρη της λήθης, μανά της μοναξιάς
Θέλω να νιώσω λίγο το σώμα μου, είπε
Κι έτσι πήρα τα κουβαδάκια της και πήγα πιο πέρα στην άμμο
Περπατούσα με τα χέρια, έπινα μπύρες και μέθαγα με τον ήλιο
Ξέρεις, εκείνο το κίτρινο αστέρι και το νερό που ήταν σαν απο παγάκι 
για τις ρώγες της.Την έκανα ρεζίλι απο χαρά.
Κι αυτή μια γελούσε, μια έκλαιγε απο αδυναμία
Όπως σε κάνουν τα μικρά παιδιά που χορεύουν στην βροχή ή τρώνε χιόνι 
με αυτά τα όμορφα δόντια
Το σώμα μου, μου λέει, είναι δικό μου, ορθώνοντας τα 160 της εκατοστά
Το κούφιο πράγμα αυτό που σου διαπερνά την σκέψη και σε κάνει να
παρακαλάς να σε διαπομπεύσω (μιλούσε πάντα ποιητικά παίζοντας πριόνι), δεν είναι τίποτε άλλο
απο τον πρωινό σου καφέ, τον καπνό απ’το τσιγάρο που σχηματίζει την πρόταση
“δεν σ’αγαπάει κανείς, κανείς, κανείς”



5/03.016(19:45)

Υλιστικά

Τα ζούμε όλα υλιστικά
Εσύ μου δίνεις δουλειά
Και με τα λεφτά που κερδίζω
Σου αγοράζω λουλούδια

Στρογγυλεύουνε τα σ'αγαπώ που δεν ειπώθηκαν ποτέ


5/03.016(00:54)

Κάθε ψέμα

κάθε ψέμα είναι υποκριτικό

αυτό το ωραίο κλουβί
Σήμερα σβούριζα στις σκάλες
τους υπαίθριους χώρους
Τα κενά μεταξύ των ορίων

τα κάγκελα δεν είναι ορατά
Μ’έβαζες μέσα σου ξανά
κι εγω όλο να χάνομαι
Να βαθαίνω - να συρρικνώνομαι

μια οδηγητής, μια υπόδικος
Θέλω να γνωρίσω στην ΜΑΜΑ
τις εσωχές, τις χρυσαφένιες ρωγμές
Κι όλους τους πρώην εργοδότες σου



3/03.016(16:17)

Κέντρο της πόλης

Στο κέντρο της πόλης αιματώνομαι
Πάει λίγος καιρός που ζώ στερημένος
Εδώ κάνει θόρυβο ο μπαλτάς
Στεγνός και κρυός
Μυρίζω τους ξηρούς καρπούς
που καίει ο ήλιος
Σε μια γωνιά του κόσμου,
μου χτυπάει την πλάτη ζεστός
Αυτό που μόλις πέρασε,
πεθαίνει ακαριαία
Το βήμα μακραίνει
Η θηλιά γλυκαίνει
Η αγάπη ανοίγει
Κι απομεινάρια
Μια πόλη απομεινάρια


2/03.016(17:04)