Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Ντρέπομαι

Ντρέπομαι να σου μιλήσω
Σε αναζητώ μονάχα τις ώρες της μοναξιάς
Τις απέραντες στιγμές που ο χρόνος έχει στενέψει
Όταν η αγάπη μου μέσα σου παραλύει
Και τα λόγια αναρριχούνται αργά σαν κισσός
Με κομματιάζω τότε και με ξεκάνω
Γράφοντάς σου τούτη εδώ την θηλειά
Τούτο εδώ το νεκροταφείο μνημών


30/10.016(19:42)

Ένα σημείο

Δεν πρόκειτε να ψηλώσεις άλλο.
Ούτε να ομορφύνεις πιο πολύ.
Ούτε να αντέχεις κι άλλο.
Ούτε μεγαλύτερη σιωπή θ'αποκτήσεις.
Όλοι φτάνουμε μέχρι ενός σημείου.
Ακόμα κι η αγάπη. Ακόμα κι η υποκρισία.
Ακόμη και το πιο τρυφερό λουλούδι.
Ο πιο χαλαρωτικός ίσκιος.
Τα λάθη θα επαναλαμβάνονται κάθε φορά.
Οχι με την ίδια συχνότητα.
Ίσως λίγοτερη ένταση.
Κάθε φορά λιγότερη ένταση.

Η ζωή αποτυγχάνει ποτέ;
Κι αν οχι, πότε;

27/10.016(00:23)

Γιέ μου

Πατέρα, απεχθάνομαι τα εσωτερικά κλειστά παράθυρα. Στο σπίτι, τα υφάσματα που είναι κρύα.
Το μέταλλο της φωνής που μοιάζει να στριγγλίζει. Τα μπηγμένα μπαλόνια. Η μουσική που λείπει.
Εδώ, τα σύννεφα του κάτω σκοπού, αποθαρρύνουν το χώμα να υγράνει.
Σε παρατηρούσα για ώρα και σε λυπήθηκα καημένη. Σου είπα πως γεννήθηκες για να χαμογελάς και όντως! χαμογέλασες για ενα ολόκληρο λεπτό κι έπειτα κάτω, ξανά κάτω, στον αντικατοπτρισμό της ψυχής σου. Με λυπήθηκα, καθώς άλλαζε το χαμόγελο σου, σε γέλιο τρελού. Μην πίνεις. Σηκώθηκα κι έφυγα πιο μαύρος απ’όσο πέρασα την πόρτα, πιο άδειος απο το μπουκάλι με το τελευταίο ποτήρι. Όλη τη νύχτα σκεφτόμουν τις ζωές των άλλων. Με παρανομαστή την ζωή τη δική μου. Να σου επαναφέρω τα πόδια στον σβέρκο, θυμάσαι; Μόλις σε γνώρισα μα κλαίω, καημένη, κλαίω για μένα. Και μια λεπτή σιγαλιά με κάνει το ξυράφι να πιάσω να με τιμωρήσω. Που δεν άντεξα ξέρεις να βοηθήσω καημένη, να σου πω να μην σκύβεις, μα σκύβω, να σου πω να τρέξεις, μα πίνω, μητέρα, μην τρέχεις. Πατέρα. Ναι γιέ μου;

Κάτι νέο

Μέχρι να βρεθεί κάτι νέο
Φρέσκο αίμα, σπαρταρίζον κρέας
Μέχρι να βρεθεί κάτι νεο
Θα σου κανω όλα τα χατίρια
Θα έρχομαι το βράδυ να σε βρίσκω
Θα χαράσσω συνθήματα στην σιδερένια πόρτα
Μέχρι να βρεθεί κάτι νέο
Σε λατρεύω, και αυτό δεν μπορώ να μη το δεχτώ
Μπορώ να κάνω τα πάντα, 
να σε βλέπω να φεύγεις, 
να αισθάνομαι που φιλιέσαι 
στο λευκό εκείνο φως του ήλιου στα μαλλιά σου
Ένας πέτρινος τοίχος, ένα γρήγορο φρένο, 
εσύ μπλεγμένη μέσα στα λουλούδια, 
τόσο κοντά, το κενό μας, τόσο μακριά
Ένα όμορφο τέλος
Μια βιασμένη αρχή
Δεν έχω ιδέα τι γίνεται, 
ευτυχώς που δε φοράς άρωμα, 
ευτυχώς που πάμε στη θάλασσα
Ευτυχώς που μου πρότεινες να πάμε στην θάλασσα

19/10.016(15:31)

Έλα

Αποποιήθηκα των ευθυνών
Του να είμαστέ μαζί
Να γράφω οικουμενικά
Να προσπαθώ να ανακαλύψω το απόσταγμα
Νόημα στη μεγάλη λεωφόρο
Ένα φίδι κινείται αργά, νωχελικά προς τα εμάς
Τώρα που οι πατρίδες τελείωσαν
Οι ελπίδες εκλείψαν
Η προσμονή ενός νέου δέρματος γέρασε..
Τώρα εδώ
Σε έναν καινούργιο ξενώνα
Σε ένα χωριστό μέρος
Εμπρός, πίσω, τα χαλάσματα
Διαρκούν όσο η ταχύτητα της σκέψης
Ενός φορτίου συμφερτού
Μιάς αγκαλιάς αναγκαστικής
Κόσμου παρθένου
Χωρών ανακαλύψημων
Κι έπειτα χάος
Στους σφυγμούς, στο τώρα, 
στην κλειστή μου την κάμαρα
Έλα

14/10.016 (18:51)

Ε Σ Π Α Σ Α

Απαγορευμένες αγκαλιές
Σήμερα το βράδυ Ε Σ Π Α Σ Α
Στη γωνίτσα του λαιμού
Ταξίδεψα πίσω απο του αυτίου τα σέπαλα
Τις συνήθειες τις παλιές, λατρεύω που σε αγαπώ
Σήμερα θα ‘φευγες, για κάτι το λιγότερο του τίποτα

Δέρμα, ανάσες, αντοχές, δυο σταγονίτσες αίματα
Όλα Ε Π Α Ν Ω μας, ξανά
Και βγήκαν όλα θέε μου τόσο αβίαστα
Λατρεύω όταν κουβεντιάζουμε τα ψέματα
Που δε θα πούμε πουθενά, σσσσσσ, κοίτα με βαθιά
Δεν θα ξυπνήσουμε ποτέ τους εραστές μας
Μόλις γύρισα ξανά, μα δε φοβάμαι Τ Ι Π Ο Τ Α

Τα σωθικά μου έλεγαν πήγαινε, κι εγώ κοντά σου έτρεξα


14/10.016(04:54)

Σπίτι

Σπίτι
Έρχομαι για να το δω μια τελευταία φορά
Μυρωδιές, κι αηδίες, 
και αναμνήσεις, αισθήματα, 
λυπημένα
Καθώς κατεβαίνει το αεροπλάνο, 
εγώ ξενυχτάω, και θυμάμαι, 
καυσαέριο, κόκκινο φανάρι
Ήταν όμορφα, απελπισμένα, 
μα δεν θέλαμε να νιώσουμε καλύτερα
Κι έτσι εδώ
Πορτοκαλί βαθύ, ένας γέρος ποιητής με χαιρετάει, 
μου λέει να μην ασχολούμαι, 
να μην μυρίζω, να μην αισθάνομαι, 
να μη διψάω για σένα, να πάω να πεθάνω
Μα εγώ αντιθέτως, θα έρθω εκεί, 
θα σε βρω στις γρίλιες, θα σε βρω στο κίτρινο φως 
του λαμπατέρ, στα καθαρά εσώρουχα, 
στα άπλυτα πιάτα, τα λαχανικά μαράθηκαν, 
το σπίτι είναι καθαρό, μα άδειο.
Παντού σκορπισμένες μισές αλήθειες



10/10.016(02:57)

Πως νιώθεις;

Αυτή η γαμημένη φέτα τ´ουρανού
Πάνω απ´την πόλη σα ξυράφι
Σύννεφα ακίνητα, το πάτωμα τρίζει, 
νιώθεις μόνη, καθαρά σεντόνια
Ενα ψεύτικο αίσθημα, μια φυσαρμόνικα που κλαίει
Ο Ντύλαν
Που ελπίζει, βουβά βγάζει γλώσσα
Για μια νέα συμφωνία
Μια απόλυτα άγνωστη υποταγή
Για το ΕΓΩ
Για τις κλωτσιές στα πτυχία
Για την φωτιά της μοναξίας
Χωρίς καμία κατεύθυνση
Σαν άλλοτε ανύπαρκτος
Εσώτερο τίποτα, πως νιώθεις;
Να είσαι πάντα το μόνο σου
Πως νιώθεις;


6/10.016(02:27)