Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Οι εραστές

Οι εραστές των ποιητών
κρύβουν στα στήθια τους ολόκληρη
αθανασία
Μα φοβούνται να την ερωτευτούν
Γιατί γνωρίσουν πως
μαζί της θα χαθεί
και λίγο αίμα
Και αυτό το κόκκινο βαθύ
Τρομάζει


29/1.017(13:41)

Κάθε φορά

Κάθε φορά που συναντιόμαστε
με ονομάζεις ποιητή σου
Και κάθε που σε αγκαλιάζω
νιώθω πως πνίγεται μέσα μου ενα αηδόνι

Γάτες

Το παρελθόν ουρλίαζει
Να το σκοτώσω
Επίτρεψέ μου
Να του κόψω τον λώρο
Να κουρνιάσω στην κοιλιά σου
Στην στρογγυλάδα σου
Αχανή χέρια που μπλέκονται
στα μαλλιά μου
Και μένω, απότομα ελκύομαι
Στην ηρεμία του κτήνους
Στην αγκαλιά της μητέρας
Πόσο αμφίβολα είναι όλα;
Πόσο σπαρακτικά
Για εμάς
Που ποτέ δεν υποκύψαμε στο μέτριο
Που ποτέ ο κόσμος δεν μας έφτασε
Πόσο λυτρωτικό είναι το ταβάνι
Η μουσική, ο χορός, το ποτό
Κοιτάζω τις γάτες
Μια βόλτα στον ακάλυπτο και είναι εντάξει
Κι εμείς;
Κι εμείς;
Μια βόλτα στον ακάλυπτο και
κόβουμε τις φλέβες μας


24/1.017(21:57)

Η θάλασσα

Μια θάλασσα στενάχωρη 
τα μάτια σου
Κι εγω, που πνίγομαι σε ενα ποτήρι 
χείλη


24/1.017(12:40)

η Ειρήνη

Η Ειρήνη βαρέθηκε να μεγαλώνει
Παρέμεινε κολλημένη
στην ημέρα που της ήρθε περίοδος
Επαναλαμβάνει τον κύκλο του αίματος

Κι έρχεται κάποια στιγμή η εποχή
Που οτι νιώθω να μαραίνεται ξάφνου ανθίζει
Και οτι πνίγεται, βρίσκει μαλλιά για να πιαστεί
Η σκληράδα που αλλάζει σε τρυφερότητα

Κι έτσι διευκολύνω το μαχαίρι
πιο βαθεία για να μπεί
Κι έτσι ο θάνατος βρίσκει μια χαραμάδα
να φυσήξει το καμμένο χωράφι μου

Ειρήνη μου, παιδί αδίστακτο
Πάντοτε μισούσες τα πρωινά πουλιά
Ουλές στ’αυτιά μου, έλεγες, πατέρα
Πληγές που δε σταματάνε να ακούν


20/1.017(12:15)

Κινητήριος δύναμη

Η κινητήριος δύναμη 
θα μπορούσε να είναι ο αγκώνας σου
Που θα οδηγούσε στο στήθος σου 
Που θα οδηγούσε στα μάτια σου
Που θα έβγαζαν φλόγες
Και θα με έκαναν να σερνόμουν
Σαν να είχαν βλαστήσει τα πηγάδια μου
Σαν να είχαν σαλτάρει οι ορμές μου
Σαν τότε θυμάμαι, σαν τοτε
Που ασπρίζαν τα σύννεφα κι άλλο
Που χωρούσαν στα μαξιλάρια τα όνειρα
Τότε
Σαν τότε
Σαν ποτέ

19/1.017(02:34)


Δυο αλήθειες

Χάνοντας τον εαυτό μου
Εχθές, σήμερα, σε ενα κοντινό σάρκινο μέλλον
Μέλος ενός σώματος που
κενό ψάχνει ανελλειπώς
Γέμισμα στο γέμισμα να νιώσει
Άδειασμα το άδειασμα να βιώσει
Μπορώ να πω σε όλους οχι
Εκτός απο εσένα
Μουσική, αλκοόλ τις πρώτες πρωινές ώρες
Ξύλα που καίγονται στην όψη
Μέσα τους σβηστά και κατακόρυφα
Ξύπνησα με μια εικόνα της παναγίας 
να κάνει λουκάνικα τα πνευμόνια του χριστού
Μια περίεργη μέρα
Σε εναν αλλόκοτο κόσμο ´κει μέσα
Κι εναν αέρα που στριφογυρίζει την θλίψη μου
Που έχει το σχήμα πτώματος
Άμορφου, ακριβά ντυμένου
Ανολοκλήρωτου κι ανέρωτου
Εδω. Ολα. Περνάνε εύκολα
Κι ανώδυνα
Με μια κοροιδία
Και δυο μισές αλήθειες
Ενα φαινομενικά γρήγορο γκάζι
Μια φαινομενικά αποκλειστική αγκαλιά
Μια φαινονενικά ενδιαφέρουσα κατάσταση
Μια προβολή που λες κι εσυ
Μια προβολή


8/1.017(14:21)

Ευτυχισμένος

Είμαι τόσο ευτυχισμένος
Να κόψω τις φλέβες μου 
να γεμίσει το χώμα αγάπη
Όλα τα λουλούδια να γίνουν παπαρούνες
Ο ουρανός μπλαβής και σκέτος
Αίμα να ρίχνει να ανασταίνει
Όλη την πλάση
Φαρμάκι σκέτο
Κόκκινη αγάπη


4/1.017(18:12)

Ποίηση

Ζήσαμε την νύχτα
και σκοτώνουμε την μέρα
Θα’ναι ο πιο ανώδυνος θάνατος
Μα η μοναξία της ποίησης
είναι η πιο μεγάλη


4/1.017(16:25)

Τα χέρια

Να σου φιλήσω τα χέρια μου λες
Κι εγω τα χάνω
Το απόγευμα κείνο έτεινε στο άπειρο
Μιλούσα με μια παρούσα γυναίκα

Που ερωτεύτηκε μια ιδέα
Με συντροφεύγει χρόνια
Στο διπλανό κελί
Αδιόρατα κάγκελα
Ψυχή και λίγη βλέννα
Να κολλάμε τα όνειρά μας
Να ακουμπάμε τα χέρια σε διάφανο τοίχο
Παντομίμες
Την ημερά
Γιατί τη νύχτα εξαφανίζονται οι καθρέπτες
Μισανοίγουν οι πόρτες
Βαράνε και πνίγεται ο τόπος στις θύμησες


2/01.017(21:16)

Βαρύτητα

Η ζωή φθίνει τα χαμόγελα
Χρόνος δεν υπάρχει νέος
Δεν υπάρχει χρόνος
Χαρά θα πάρω μονάχα 
απο τα δημιουργήματά μου
Μιας κι εγω τελειώνω
Όσο κι αν πίνω για να ξεχάσω
Πως χρόνος μου’μεινε λίγος
Η βαρύτητα πάντα θα κερδίζει
Θα κρεμάσω
Με τραβάει στην γή
Θα γίνω χώμα


31/12.016(13:56)