Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Τελευταία κατοικία (2/..)


έγραψα το πρώτο ποίημα σε αυτό το σπίτι,
σε αυτο το σπίτι που μπορεί να μην ελπίσει'
η γεύση απο το στόμα μου εδώ μέσα στα χρόνια
κι οι ελπίδες ενός έφηβου
που κρίθηκε μια μέρα που’χε σκόνη.

λοιπόν εδώ, κι ακόμα παραπέρα βλέπω
δυό άδειες καρέκλες κι ενα βρώμικο στρώμα
υποδέχονται τις λύπες
και κυρρήσουν την αυγή, 
που έρχεται τo γιόμα.

17/08.011(18:59)


εκατό ημέρες σε ξένο τόπο.
αλλιώτικη οδό
διαφορετικά πρόσωπα
Και μετά απο τρείς μέρες σε τόπο γνωστό απο τα περασμένα,
τα φαντάσματα μοιάζουν ανίκητα
πολλαπλασιάζονται καθημερινά
κι απολογούνται.
Μα δεν αντέχω τις κουβέντες και τα έργα τους
οι τρίχες απ’τα μαλλιά που τράβηξαν,
όλες σάπισαν 
κι εγω να ελέγχω κάθε λεπτό την αναπνοή μου
κάτι αλλάζει..

10/08.011(11:59)

Τελευταία κατοικία (1/..)


η ματιά του φόβου μου,
σκίζει αθόρυβα τις κουρτίνες
ενα αγγιγμά της πάνω στο γυμνό κορμί του,
γεμίζει το ποτήρι μου με κρασί

κι αρχίζω με την σειρά μου ν’απολαμβάνω
ψεύτικα μάτια, ψεύτικα λόγια
ήρθε η ώρα να πληρώσω τα χρόνια
να αισθανθώ αυτά που παλιότερα χρέωνα
να γεφθώ την γλώσσα της πίκρας
την στιγμή ενός λεπτού
που μια τσιμπίδα καυτή,
τυρρανάει να βγάλει την καρδιά μου

και σάμπως να’φυγε η ψυχή μου,
μέσα απο τα σφιγμένα μου δόντια

στέκω σαν το άδειο παλτό
καμιά ψυχή
ολότελα κενός
άδειος απο γοήτευση.

15/08.011(23:31)


να γράψω, να γράψω
με σπρώχνουνε σε παραστάσεις
που θεατές δεν υπάρχουν
κι εγω εχω πεί, πως δεν απολαμβάνω
μ’αυτοί εκεί,μια μονάδα -παρουσία ασθενών-’
_______
κι εγω να ελπίζω
ν’ανασαίνω κάθε μέρα και πιο λίγο
μια κόλα χαρτί και λίγη μελάνη
κι η προσμονή της ξαφνικής συνάντησης
μια ερωτοτροπία
που βρίσκεται και χάνεται
πατώντας λάσπες και μυρίζοντας λουλούδια
ενα μπρός
κι ενα πίσω
μια σαχλή βόλτα στην εξοχή,
κι ενα χάδι το βράδυ μέσα απ΄το πλαστικό χαμόγελο’
_______
έτσι κατάντησε η ζωή κι ας μη το λένε
κι ας μη θυμούνται οι καρδίες, σακατεμένες
θηρία τα όρια, θηρία κι οι ελπίδες
βοσκάνε μέσα μας,
σα κοιμησμένα να’ναι..

17/08.011(18:36)



Σημειωματάριο χωριού


κι αν δε με ηρεμεί
ο ήλιος που απλώνει τα χέρια του
μεσα στα πυκνοφυτεμένα φύλλα
ο καπνός του τσιγάρου
και τα κρόσια του καιρού στην πέτρινη βρύση
τότε τι με εξουσιάζει;
τι’ναι αυτό που τους παλμούς μου ανεβάζει
μέσα σε άγχος και κάνει την μύτη μου να τρέχει;

μήπως μ’ενοχλούν τα σπαρμένα φυτά
κι η σαύρα που παίζει στον ήλιο;
δεν ξέρω.
τις αλήθειες              ..δεν ξέρω..
αν τελικά πιστεύω κάπου, σε κάποιον
κάπου το χάνω
κάπου αμαρτάνω
κάπου κυλιέμαι
και κάπου ψεύδομαι σε αυτά που γράφω
(όλα αλήθειες)
σα να’μαι άνθρωπος φθηνός
και δε βαριέσαι..

18/07.011(10:12)


τελικά τι είναι η φιλία ανάμεσά μας;
τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει;
τι είναι;
σαν μια γροθιά ενωμένοι,θα στηρίξει
ο ένας τον πόνο του αλλουνού;

μα με ενοχλούν κάποιες σκέψεις
που στο μυαλό μου φυτρώνουν κάθε τόσο

πόσο με λυπεί αυτή η εικόνα
και πόσο τον λαιμό μου στεγνώνει

καθώς ενα μαχαίρι βλέπω να υψώνεται
κι αφρίζω σάλια κι αίμα

ακούω φωνές βρισιές
κι ενα αισχρό συναίσθημα για τέλος

δεν το θέλω να το ακούω
να το νιώθω

μα το βλέπω.

21/07.011(13:50)



Καλοκαιρινοί κύκλοι (β)


χίλια ενιακόσια ογδόντα,
                      ογδοντα-ενα, ογδοντα-δυο, ογδοντα-τρία
ογδοντα-τέσσερα, ογδοντα-πέντε, ογδοντα-έξι, ογδοντα-εφτά
η αντίληψη του κόσμου μακρυά απο ανθρώπους
μοναξιά θυμάμαι και την έγνοια των άλλων

χίλια ενιακόσια ενενήντα,
                      ενενηντα-ενα, ενενηντα-δυο, ενενηντα-τρία
ενενηντα-τέσσερα, ενενηντα-πέντε, ενενηντα-έξι, ενενηντα-εφτά
αυτή η στροφή η αναγκαστική
τραβάω στη μέση του δρόμου χειρόφρενο
αλλαγή κατεύθυνσης, υποτροπή

δυο χιλιάδες,
            δυο χιλιάδες-ενα, δυο χιλιάδες-δυο, δυο χιλιάδες-τρία
δυο χιλιάδες-τέσσερα, δυο χιλιάδες-πέντε, δυο χιλιάδες-έξι,δυο χιλιαδες-εφτά
μοναξιά.., έρωτας και στο τέλος η αγάπη,
θάνατο θυμάμαι μετά την τρίτη μέρα

πέντε Ιουλίου δυο χιλιάδες ένδεκα
ζέστη πολύ,αφαλάτωση
σκυφτές οι σκέψεις
τι κατάφερα ; ;

5/07.011(15:13)


αντίκρυ απο το βλέμμα μου
τέσσερα νεκρά λουλούδια
ο χώρος δεν μυρίζει
μα οι τοίχοι έχουν καταπιεί την σιχασιά του τόσα χρόνια'
ρωγμές ανάμεσα στους τοίχους γυαλίζουν
είναι ζωντανοί και τρέχουν αίμα
ενα γυάλινο τασάκι,μια τρύπια πετσέτα
κάποιος ξέχασε να φύγει απο εδω μέσα
κι έτσι πλέκω,περιπλέκω την συνήθεια
που οι άνθρωποι συνήθως ονομάζουν θλίψη
και γοητεύομαι μαζί της.
ξεχωρίζει τους ορίζοντες και γνέφει
καθώς πλέω μεσ’τις φλέβες της γυμνός
και ξεχνιέται το μυαλό μου μεσ’τους μήνες.

16/07.011(12:20)



Καλοκαιρινοί κύκλοι (α)


άλλος προς άλλον είπε ο ποιητής
και πρίν βήξει απ’το τσιγάρο
τράβηξε μια τζούρα ποτό και ηρέμησαν όλα'
καθισμένος εκεί,με χαμηλή μουσική, τον κοιτάζω
εικόνες εδώ, εικόνες εκεί
απογοήτευση
ο χώρος που στέκεται,η ραχοκοκκαλιά του
στριμώχνονται όλα,ενοχλούνται
η ημέρα, το φώς της, οι σκέψεις του'
λόγια σκληρά ειπώθηκαν, το ξέρω'
λόγια, λόγια πικρά
κοιτάζει κάτω, σκυμμένος ώρα
τέσσερις πληγές σε κάθε βλέμα
πόσο σκληρός μπορεί να είναι;
τι πληγές;  σε ποιά βάθη να φτάνει;
και πως έτσι κατέληξε, σκέφτομαι'
κάποιοι άνθρωποι λένε
πλήθος μέσα στο πλήθος
ανθρωπάκια
που ματαίως δεν γνώριζαν είπαν
30χρονοι ψεύτες
σκλαβιά μ’ελευθερώνει,ξεφυσάω να ηρεμήσω
αυτός εκεί ακόμα σκυμμένος
με χαμηλή μουσική κι εγω τον κοιτάζω.

08/06.011(13:24)


αστείρευτη καλλονή αυτό το χώμα που πατούμε
ενα σπίτι γυμνό,
ενα στέρνο καφέ
μουσική, ποτά, τσιγάρα
και κάπου προς τα πάνω τα σαγόνια,
κάποια ουρλιαχτά
παντού εικόνες
πίσω απ’το νερό
κάτω απο τα βράχια.
σα να λέω
σώσε με..  σώσε με..  σώσε με..

17/06.011(01:37)



ουρλιάζει σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία
δίνει ολο της το είναι να τυπωθεί
κόκκοι,σκόνες,καπνοί
δίνει ολο της τον κόσμο να φανεί
λίγο αίμα,τσάμπα σπέρμα.
ανίκανος κι ο ιδρώτας
όλα χάνονται μέσα στο στόμα της
ανοιχτό για κανέναν σχεδόν
αφελής,μικρή καρδιά,ολόκληρες μέρες

του έρωτα τα χάδια τα σιχάθηκα
όλα καλά με τους ανθρώπους της άνοιξης
τους ανθρώπους του ήλιου τους βαρέθηκα
όλοι εδω ξενυχτάνε μαζεμένοι σε γκαζόν
μουσικές,ποτά,έρωτες μεσημβρινοί
ολα καλά κι όλοι καλά.


26/06.011(17:17)






Προσεδάφιση



αυτές τις μέρες,αυτές τις μέρες
παράθυρα ανοιχτά και σκόνη παντού
τα κλείνω, αλλα αρνούνται να κλείσουν
στο σκοτάδι γεμίζω με κεριά
την ημέρα λιώνω δίχως σκέψη
πέρασαν μέρες, χωρίς μοναξιά
καθημερινή συναναστροφή
αυτό ζήτησες απο το μέλλον;  - οχι.
μήπως ζήτησες πλακάκια και ψάρι;  -οχι.
ίσως να’θελες ηρεμία,χωρίς τηλέφωνα, φωνές
κι ίσως την βρήκες
υποτονικά πιο γρήγορα
χωρίς καν ψιθύρους
αρκετή απάθεια, νεκρά ζωήφια
μάπα,σκούπα,απόγνωση
κανένα συναίσθημα.

Ακόμα κι η μουσική εξαφανίζεται
συναίσθημα συναίσθημα, συνάισθημα
τίποτα..
(διώχνω τους πάντες,επιστρέφω εδώ
αόριστος)

21/05.011(14:21)



Ωραία η πρωινή Αθήνα.
κάποιοι ακόμα κοιμούνται
κάποιοι μόλις έκλεισαν την πόρτα
κάποιοι μόλις έφτασαν
και κάποιοι πέθαναν.
μαζεύονται όλοι, η ένωση.
Αχαρνών και Θήρας.
σαν όργανα που αναπνέουν
κρατώντας σφιχτά τα χέρια τους
τι μοιραία ήττα,αυτή η ομαδοποίηση
συνοθύλευμα και μπέρδεμα
όλοι ένα.

22/5.011(±09:30)



κι αν τελικά
τα πιο απαραίτητα
συγκεντρώθηκαν όλα εδώ
αν έτσι ήταν να γίνει
εδώ,κι απο πάνω, να σου μείνουν όλα
ίσως να’ναι οι μέρες να πεθάνω
εχθές πάλι το βράδυ
έβλεπα το στεφάνι στο ταβάνι
ένιωθα την σιωπή στους τοίχους
ολόλευκα όλα κι εγώ μονάχος ,αλλα ζεστός
ήρεμος,μέσα σ’ολα και σ’όλα απ’έξω
οι μουσικές, όλα τα υπόλοιπα
ολα αυτά εδω που γράφω
κι όλα όσα χορεύω εδώ
όλα αστεία
κι όλα να κλαίνε
ποτέ ποτέ ποτέ μη ρωτάς
απλά απάλυνε τον πόνο σου.

4/06.011(14:02)







Τα δύο κυπαρίσσια



βιασύνη,πολλά λόγια
χαρακτήρες ανθρώπινοι
κόκκινα παντού'
το πρωί ουρλιάζω
να βγώ απ’τις μέρες τους
τον ήλιο τους
τα εγώ μου
το κρασί μας τελείωσε.
και κάποιος γρατζουνάει τα νύχια του στον τοίχο
μαζεύεται στην γωνιά του σκυφτός
κι ο άλλος βγαίνει έξω
“έχει ήλιο” λέει “σήμερα”
“θα πάω στα κυπαρίσσια”

26/03.011(11:04)




έχω την ευχαρίστηση να γεύομαι τις πληγές μου
να ορθώνω τα δόντια μου
να σκίζω τα πνευμόνια μου,
μα ξέρω,
πως κάθε δεύτερο που έζησα είναι εκεί
κάθε λαχτάρα για αίμα
το σκοτάδι ακολουθεί ενα δάκρυ..και κρύβεται
σιωπή
και στην συνέχεια ,σιωπή της μέρας
τα σημάδια
οι ουλές
όλα αυτά τα χαρακώματα
οι πληγές'
σα να μην έμαθα
σα να μη γνώριζα και μου’ρθαν άξαφνα.

14/05.011(15:28)







Ευθεία κάθεται η θέα (β)


Γυναίκα μου γυναίκα μου
κουρέλι απ’τα κουρέλια μου
δεν εχω δαχτυλίδι να σε ζητήσω.
μα αν το δεχτείς,δαχτυλίδι μπορώ ν’αποχτήσω.
Δεν ξέρω υπομονή αν θα βρώ
δεν ξέρω αν πάλι στα λάθη θα πέσω
μα εισ’η γυναίκα μου
η ζωή μου η παράλληλη
κι όλα τα θέλω τα πρέπει και τα έτσι μου.

1/8.012(14:30)





λέφτερος σημαίνει να ουρλιάζεις
να βρίσκεις μίαν άκρη του κόσμου
δέκα εκατοστά του βράχου και ν’αράζεις
κρασί τσιγάρα γύρω γύρω οι σκέψεις
φωτιά νερό και μουσική.
Τίποτε άλλο.
Προσκύνημα εμπρός στην φύση
μυρωδιές της γής.. συναίσθημα
αναπόφευκτα πράγματα
ένστικτα
η ακοή  η πείνα  η συγγραφή
φωτιά  η φύση  το ολόδικό μου χάος..

12/8.012(15:15)



Ευθεία κάθεται η θέα (α)


Ειρήνη μου και κόρη μου μονάκριβη
αυτο θα’ναι το σπίτι σου
λιγάκι πρίν το τέλος σου
φυσάει αέρας ‘δώ, μεγαλώνει φωτιά.
Εγώ και η μητέρα σου, Ειρήνη
σε γεννήσαμε,
Ειρήνη σε ονομάσαμε να υπάρχεις.
Υπέφερε το ζήλο μας, το έτσι και τα θέλω μας'
παιδί μας, γόνε μας και πατρίδα μας'
Πρίν απ’το τέλος μη μας αφήσεις

ζωντάνευε για εμάς σπηλιές και τύμβους.
Παρακαλάμε να’σαι εκεί να αγριεύεις
της φύσης τα θεριά,των κήπων τα φυτά.
Όλα για εμάς,παρ’όλα αυτά'
Ειρήνη μας..  Ειρήνη μας..
φωτιά μας και σκοτάδι μας.

28/7.012(16:38)


Κοπίδια μου αλλόγιστα,κοπίδια μου παράλογα
τα δέντρα θα με κρύβουν απ’τους εξω.
Αδυνάτισα και μελαγχόλησα μακρυά απ’την ανάγκη σου

στιγμές όλα, στιγμές του παραλόγου ζούμε
στην ζωή ετούτη,υπέφερα μέσα στις σχισμές
του ήλιου απ΄τα κάγκελα
νοστάλγησα
πηγές, λουτρά ομοφώνων,κατεκλεισμένων μορφών
υπηρέτησα το σκοτάδι,το βράδυ που πέφτει

το κλάμα που στο δέρμα πάνω δεν φαίνεται
διπλά όλα,άτονα, βαρυά και η μελάνη τρέχει.

                                                                                         
28/7.012(16:45)



αφού νοστάλγησα κι αφού εδω μέσα ηρέμησα
είδα σκοτάδια να έρχονται
φέρναν κλειδιά
φέρναν ψωμιά να φάμε
μα η κλειδονιά,αυτή τη  φορά πάλι θα’ναι εκεί για ν’ανοίξει'
βλέπω διπλά με λένε τρελό μα εγω το ξυράφι εχω ρίξει
κι αδυνατώ να συμμορφοθώ στης τάξης τους νόμους και τα ήθη
και νοσταλγώ να κρεμαστώ να νιώσω να κλαίνε τα πλήθη.


28/7.012(16:50)