Ο κόσμος μεταγγίζει την ψυχούλα του
σα να’τανε κατάκοιτη.
Σ’ενα σύγνεφο
πλατύτερο του ορίζοντα που φυλακίζει
τα ονείρατα.
Στα καινούρια παπούτσια που χωράν
το μαράζι.
Σε βράγχυα που πνίγουν τους πόνους
καθώς σουρουπώνει.
Σε μια ανάσα ασήκωτη που αιχμαλωτίζει
τη θλίψη.
Σ’ενα γράμμα μακρύ που θα πλαγιάσει
μαζί.
Σε μια πόλη αβάσιμη που αδημονεί
να αγγίξει.
Κι έτσι όπως θ’αναπληρώσει τις χάρες
ανέξοδα,
έτσι κι αυτή στα άκοπα πλέγματα
θα κρυφτεί να στραγγίξει.
29/7.014(21:45)















