Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Οικουμενική αγάπη

Η Ολοκλήρωση.
Όταν τα δακτυλικά αποτυπώματα συνορέψουν
κι αντικρυστά ειδοθούν
τότε οι ματιές θα γεφυρώσουν
και τα κύτταρά μας θα αναπνεύσουν
τον πλούτο και τη γεύση και την ικανοποίηση
ενός και μόνο συναισθήματος
που δε μοιάζει με τίποτε άλλο.
Μιάς νέας γλώσσας, κάθε φορά διαφορετικής
και μεταβλητής, στις ανάγκες, στις αισθήσεις
στην ολοκληρωτική ευχαρίστηση, μιάς μονάχα λέξης.
Οικουμενικό μυαλό.
Κι οικουμενική αγάπη.


30/9.015(18:29)

Η βελόνα

Όταν το συναίσθημά μου
είναι τόσο δουλεμένο
και τόσο λείο, κι αστραφτερό
και οξύ, κι αιχμηρό
που μοιάζει με την άκρη μιας βελόνας,
τότε μπορώ να εισχωρήσω
και να βαθύνω με ευκολία
για να ακούσω την καρδιά σου
έστω και στην πιο μικρή φλέβα.


30/9.015(18:23)

Παρουσία

Ένα τοπίο μοιάζει άδειο 
χωρίς την παρουσία ανθρώπου.
Κάτι που ξέχασε εκεί 
τα σημάδια απ’τα βήματα 
λίγη στάχτη στη θάλασσα.

Αλλιώς η απουσία της ανάσας, 
της ηχούς των λέξεων 
το σφίξιμο των συναισθημάτων
θα δηλώνει έντονα 
την ελλειπή του παρουσία.


29/9.015(11:52)

Επι τέλους

Επιτέλους, νιώθω.
Όλες μου οι αισθήσεις βουρκώνουν.

Υγρές.
Πηγές αισθημάτων πνίγουν το σώμα μου.

Επι τέλους μια ανάσα.
Μπορώ να πεθαίνω και ν’ανασταίνομαι ξανά.

Περάσαν χρόνια ερημικά.
Συνδέθηκα μέσω του πόνου.

Θα περάσουν άλλα τόσα συντροφιάς;
Επιτέλους, μιλάω.


28/9.015(09:31)

Μακρυά σου

Γκρεμίστε τις γέφυρες
το ποτάμι αυτό πνίγηκε απ'τα λόγια

Βάλτε φωτιές στις μνήμες των εραστών
σκότωσα την αγάπη, με τα ίδια μου τα χέρια

Και η βροχή που τρέχει, λούζει το χώμα που πατάω
το κάνει λάσπη, μήπως και κολυμπήσω
για να’ρθω κοντά σου

Μα δεν κατάλαβα ακόμα, πως είσαι η ίδια η βροχή
που την έφτιαξα λάσπη, κι έπειτα ποτάμι
κι έτσι είμαι εγω, που τελικά, φεύγω μακρυά σου

21/9.015(19:19)

Φιλίες

Δυό βήματα 
μπροστά
και τρία πίσω.
Τα όρια, 
τα ζήσαμε αθώα.
Όλοι οι φίλοι μου πεθάναν.
Μα οι φιλίες μας
μέχρι να νεκρωθούν,
ευδοκιμούσαν.
Βγάζαν λουλούδια.
Ποτέ καρπούς.

20/9.015(15:05)

Καθώς γίνομαι άντρας

Θα’ρθει ο καιρός που οι γάτες θα κατακτήσουν το κόσμο
Κι όλα τα καθαρά διαμάντα θα θολώσουν
Κι είμαστε εμείς που δεν κατουράμε τους στίχους
Μονάχα βραδιάζει και κλαίμε μονάχοι

Παιδιά που μεγαλώνουν με άγρυπνες νύχτες
Γονείς που τα μαλώνουν να γίνουν δέντρα
Μπάσταρδοι κοπρίτες, κοπρίτες που φεύγουν
Σαν αποδημητικά πουλιά χωρίς ερινύες

Τοίχοι ποτισμένοι, μπλεγμένοι με συγγενικό αίμα
Ανωμαλίες που δε συγκερνάνε
Παντρεύτηκες τον πρώτο σου ξάδερφο και πλήττεις
Καημένη γιαγιά μου μ’έδερνες μονάχα τα καλοκαίρια

Χαμένες πατρίδες το γνώριμο χώμα
Ένας ήλιος καφέ ρυτιδιασμένος και μόνος
Έτσι αισθάνομαι καθώς γίνομαι άντρας
Και παλεύω να σκοτώσω τις μνήμες που γίνονται σάρκα

13/9.015(13:29)

Στο μαύρο φώς του δωματίου

Εχθές τα ήπιαμε άγρια.
Χορέψαμε λίγο, κοιτώντας
ο ένας τον άλλο απο μακριά.
Σου είπα πως όσο σε βλέπω,
τόσο μου λείπεις περισσότερο.
Μετά γυρίσαμε σπίτι σου.
Μέχρι να γυρίσεις απο τη βόλτα
για τα τσίσα της Τσάρλς,
με πήρε ενας βαθύς ατελείωτος ύπνος.
Ξύπνησα νωρίς.
Δεν είχε ζάχαρη.
Είχε τελειώσει κι ο καφές.
Δεν είχα αναπτήρα.
Φόρεσα μια μλπούζα σου
γεμάτη με χρώματα
και περπάτησα στο φούρνο
και στο περίπτερο.
Όλα ήταν εκεί.Με περίμεναν.
Όπως κι εσυ, όταν επέστρεψα.
Γυμνή, λευκή στο μαύρο φώς
του δωματίου.
Έπιανες όλο το κρεβάτι
και στάθηκα όρθιος στην πόρτα 
να κοιτάζω με ενα τσιγάρο αναμμένο.
Έσκυψα και σου ψέλισα το καθημερινό μας "σ´αγαπώ".
Δε σου αρέσει να σε φιλάω όταν καπνίζω.


7/9.015 (12:04)

Η μαγκιά σας η τόση

Ο ξεφτιλισμένος γείτονας μετράει μέχρι το δέκα.
Η Γωγώ πρέπει να υποκύψει.
Γαμημένε υπάνθρωπε, σκουλίκι ανθρώπινο
ελπίζω πως θα’ρθει η ώρα να μετανιώσεις.
Που δεν αναλογίζεσαι, πως σκίζεις ενα κορμάκι
ενα μυαλουδάκι υπέροχο τοσοδούλικο.
Μακάρι να σε διαλύσει να σε κάνει να υποφέρεις
μόλις τον εαυτό της γνωρίσει.
Και να σε θάψει μια για πάντα
στον πάτο της μεγάλης ψυχής της.
Εσένα, τη γυναίκα που σου ανήκει,
τους σιχαμένους παππούδες
και τη μαγκιά σας την τόση.



2/9.015(22:10)

Μα τι ρωτάω;

Σάπια καδρόνια πετάω
ξεριζώνω μια παλιά καρδιά
μουντή και σκυθρωπή
που φοβάται να νιώσει
και λυγίζει στ’αγγίγματα.
Ενα φρέσκο κορμί
ενα βαθύ μυαλό
παίρνει πινέλα και βάφει
μια φρέσκια καρδιά
που μοιάζει με σπίτι ολοφώτιστο.
Πώς να αντέξω τόσο φώς;
Που είχα μάθει στις σκοτεινές του κάμαρες
να ξενυχτάω;
Που είχα συνηθίσει στην ερήμια μου
να τριγυρνάω;
Σηκώνω τα μάτια και σ’αντικρύζω.
Μα τι ρωτάω;
Μα τι ρωτάω;


2/9.015(21:49)