Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Ναρκωτικά

Το σώμα της περιείχε 
τα ναρκωτικά όλου 
του κόσμου
Κλειστήκαμε μέσα 
στο δωμάτιο 
για τρείς εβδομάδες
Χτίσαμε τον ήλιο
Δε θυμάμαι πολλά
Μονό τη γεύση 
του αίματος στα χείλη μας
Καθώς έσκυβα πάνω 
απ´ τις φλέβες της 
να δω τι χρώμα θα φτιάξω
Τι θα ανακατέψω με το χώμα 
και τις φτέρνες της
Καθώς κοιμόταν ζαλισμένη
Κι εγω οριζόντιος στο ταβάνι
Κοιτάζοντας το γυμνό 
περίγραμμά της
Διαπερνούσα τα μάτια 
της θυμωμένης μαυρίλας
Μα ποτέ μες το σκοτάδι 
δεν κατέληγα
Ήσουν η νύχτα
Καθώς μ´έμπηγες στα χέρια σου 
να γίνεις ενα
Καθώς μεγάλωνα μέσα 
στο σώμα σου
Καθώς καταλήγαμε ζεστοί 
Αθώοι κι άσπροι
Σου θύμησα το κόκκινο χρώμα 
της θάλασσας μέσα σου
Τη μυρωδιά του έρωτα
Καθώς σου έκλεινα τα μάτια 
κάθε βράδυ απο αγάπη


25/2.017(01:35)

Υπερήρωας

Ο υπερήρωας μέσα μου
ώρες ώρες βαριέται
να βρυχάται
Μεγαλώσαμε γεροί 
συμπαγείς απο λάθη
Ελπιδοφόροι στην αφάνεια του πλήθους
Ανθρώπινοι
Κάπου δικαιολογούμαστε
να είμαστε παιδιά
Έστω για λίγο

22/2.017(23:30)

Πλατεία Εξαρχείων

Πλατεία εξαρχείων
Απομονώνομαι εδω
παρ´οτι οι τρελοί 
δε με αφήνουν
Οι έντονές τους χειρονομίες με ενεργοποιούν
Οι τσάμπα τσαμπουκάδες
των πότηδων
Ένας νομίζω είναι ασφαλίτης
Παίρνω αντιβίωση
Δεν θα πιώ. Πίνω. Δεν θα πιώ
Πίνω
Το έδαφος μου ανήκει
Καθώς μετακινώ τις πέτρες 
Και κόβω τους λαιμούς των τρελών
Οι φωνές τους λένε να φύγω
Οι φωνές που μου λεγαν
να περιμένω
Οι φωνές της γειτονιάς μου
Τα λόγια κάτω απ´το χαλί τους
Που νικάνε το χαρούμενο 
φιλί μου
Στο μέτωπό τους
Τους χαιρετώ ως ηττημένος
Τα παιδιά μου
Οι φρίκες μου όλες μέσα τους
Πόσο τις ξέρω
Πόσο τις αγαπώ
Ξερνώ την ελπίδα να επιστρέψουν
Μαζί τους κι εγω
Να φύγω
Ενα έμψυχο πτώμα
Μια σάρκινη πίσσα
Να φύγω
Στα καταφύγια τους
Στα παλιά μου λημέρια
Ολά ανάμεσα στις σκίες
ενός ήλιου καταπληκτικού
Στα αγόρια του έρωτα
Κατάχαμα στη μέση 
της πλατείας



17/2.017(15:56)

Θνητότητα

Κάποτε έζησα
Πλάι σου στο κρεββάτι
Στις απέραντες στιγμές
της πίστης
Κάποτε και άλλοτε ποτέ
Ενώ ζητούσες να με ζήσεις
Έφευγα
Κι έπειτα επέστρεφα
Σε προσμονές, σε σχέδια
Σε άυλα κτίσματα
Ο χρόνος χάνεται
Στο προφίλ σου
Στα ακροδάχτυλα της επιδερμίδας
Στην κάφτρα του τσιγάρου
Στα άγουρα χείλη
Κάποτε έζησα
μέχρι να σε γνωρίσω
Έπειτα αναγεννήθηκα απο τις στάχτες
Μέχρι που πέθανα για να σε μάθω
Να σε σκαλίσω
Να σε κρατήσω
Κοντά στο σήμερα
Έξω απο τη θλίψη της θνητότητας


9/2.017(21:38)

Τσαλακωμένα εισητήρια

Είναι η συγκεκριμένη ώρα
Η συγκεκριμένη στιγμή
Το ίδιο όμορφο συναίσθημα
Σκληρό και τραχύ
κι ώρες ώρες σα βανίλια
Σαν γλουτός, σαν γνάθος, σαν καρπός
Που ερωτευμένος, θα έλεγα, 
μοιάζει με τη μυρωδία του σάλιου 
στο στήθος σου
Μα δεν είναι
Είναι η τρέλα μέσα στις λέξεις
που περιμένουν περιγραφή
Είναι η απομόνωση στις αισθήσεις 
της πρότασης
Το τράβηγμα των μαλλιών
Οι γροθιές στον τοίχο
στο τζάμι, το γρήγορο γκάζι
το ποτό μονορούφι
το μωρό μέσα μου κλαίει
Και σπαράζει
Να γεννήσει φράσεις, κόσμους, 
σκιές, φωτισμούς
Να αναπλάσει τον φόβο
Κι όλα αυτά ξέρεις
Μοίαζουν με την πλήξη του έρωτα
Με τον θάνατο που φέρνει
Με την ζωή, που απομονώνει
Κι όλα αυτά 
Όλα αυτά είναι υπέροχα
Γιατί κανείς τους δεν τολμάει
να αγγίξει τον θάνατο
Ελάχιστοι επιχειρούν να σκοτώσουν
Ή να σκοτωθούν
Προτιμούν τα πάντα να αμελήσουν
Κάπου να βρεθούν
Κάπου να χαθούν
Σαν τα ατσαλάκωτα εισητήρια

10/2.017(19:52)


Το μόνο που ήθελα

Το κενό της ηρεμίας
Μία μελαγχολική κατάσταση
Εκτύπωσα κάτι φωτογραφίες του ήλιου
Κάποια τοπία της θάλασσας
Ό,τι πρόλαβα να πάρω απο σένα
Κοινότυπα όλα, θα μου πείς, και φευγαλέα
Μα εγω το μόνο που ’θελα
Ήταν να σ´ ακουμπάω

2/2.017(21:27)

I will not go

Έχεις το περιθώριο
να κάνεις μερικές φορές ακόμα έρωτα
Κάποια τσιγάρα, λίγες κουβέντες
Μονάχα σε παρακαλώ μην ξεχνάς
Να μου αφήνεις λίγο το ζωνάρι
χαλαρό
Μια ανάσα έστω πικρή μα δική σου
Να θυμάσαι
Δε φοβάμαι το σκοτάδι
Μονάχα τις σκιές
Ούτε τη λατρεία
Μόνο το προσκύνημα
Το σχοινί, και τις τελευταίες κλωτσίες στον αέρα
Κρεμάμενος, θυμάσαι;
Δεν θα φύγω εύκολα απο εδω
Μάλλον θα καώ μέσα σου σα φυτίλι
Ή μάλλον οχι



1/2.017(11:14)

Τώρα

Θα ήταν καλά αν σήμερα έβρεχε.
Θα είχαμε μια δικαιολογία παραπάνω
να γυρίσουμε το κλειδί και
να σηκωθούν οι τοίχοι.
Που θα ήταν λέξεις
κι οι λέξεις τριχιά
και το μάτι της βελόνας
το πείσμα μας 
για ενα υπέροχο τώρα.



30/1.017(21:14)