Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Λαβύρινθος

Λάτρευα τις εκκρίσεις του σώματός σου
Την μυρωδιά απ’τις μασχάλες σου
Τον λαβύρινθο στ’αυτιά σου
Όλες σου τις τρύπες
Άλλοτε προσκύνημα, άλλοτε ναυάγιο
Μάτια ανοιχτές πληγές
Κάποτε βάλσαμο κι επήρρεια
της πεινασμένης μου καρδιάς
Ποτέ δεν μπόρεσες ν’ακούσεις
Τον θάνατο που  ξεχασμένος
στους καθημερινούς θανάτους


28/9.016(14:47)

Αμνησία

Το συναίσθημα εφαρμόζει τέλεια
ανάμεσα στις φλέβες
Μεταξύ των μαλακών ιστών του εγκεφάλου
Μπαίνει σε σύριγγα, κι έπειτα το ξυράφι
Γδύσου
Θα ζεσταθείς καθώς το αίμα τρέχει
Θα φύγεις να πάς όπου υποδείξει
Ξεχνάς εύκολα, λυπάμαι και χαίρομαι
Κατεβαίνεις στα αμπάρια
Καβαλάς δορυφόρους. Πλαστικά πλήκτρα
Χορδές ανηλίκων. Ενα σπίτι παίρνει φωτιά
Εικόνες λιώνουν
Το πάτωμα λερωμένο όπως πάντα
Πίατα στον νεροχύτη ξεχασμένα
Το ναρκωτικό σου, πρεζάκι της κενότητας
Ρούχα, το νέο δέρμα
Ένα ταντρικό όργανο κλαίει
Βιοχημεία λέει, οχι έρωτας
Χρήμα κι απάτη
Μοιάζει επιτέλους να σέρνονται τα σπασμένα σου πόδια
Και τόση μα τόση μοναξιά
Τρύπες παντού, τρύπια απόγνωση και αμνησία


27/9.016(11:34)

Παιδικότητα

Θέλω να πιώ μαζί σου ενα τσιγάρο
Έχασα την παιδικότητα της ακοής πρίν μερικά χρόνια
Η ματιά θολώνει και κουράστηκα να διαχωρίζω
Ψυχή απο σώμα
Έλα, χαρακτήρισέ με
Σπανίως επιστρέφω πίσω
Μα μέχρι να φύγω, θα είμαι εδώ
Τα κλειστά σου παράθυρα
Το κίτρινο φωτιστικό στον τοίχο
Τον διάδρομο που αγκαλίαζει ο κάθετος κήπος
Κουράστηκα ξέρεις, να ψάχνω λατρείες
Κι έπειτα να βρίσκω κι ύστερα να χάνομαι
Όπως η παιδικότητά μου
Όπως ο καπνός απ´το τσιγάρο που πίνω


25/9.016(10:43)

Τέλος

Σημαίες μαύρες ανέμισαν
Το σπίτι γέμισε σύννεφα
Ήτανε σκούρα, σκιώδη και άσπιλα
Σαν κόκκινος πυρετός
Απορίες και διδάγματα, 
ένα τηλέφωνο υπερατλαντικό
Αύριο η σκοτεινή πόρτα θα κλείσει
τα νέα κλειδιά θα παραδοθούν
οι φωτογραφίες θα σβήσουν
Μαζί τους θα σβήσουν και οι τελευταίες
ελπίδες για κάτι που πέρασε ξαφνικά 
ήτανε κίτρινο μα δεν θα ορθοποδήσω ποτέ 
Σαν πυρετός, σαν πυρετός
και σαν ομίχλη, και σαν τέλος 


14/9.016(18:33)

Χωρίς εσένα

Σε κανένα πάθος μου δεν μπόρεσα ποτέ να αρκεστώ
Σε μια θηλή, σ’ενα τσιγάρο, στο πρωινό που φέρνει το κενό
Στη μυρωδάτη του σάλιου επιδερμίδα

Κι έτσι τα μάτια συμφωνήσανε πως θα φιλιόμαστε κρυφά
Και θα αγκαλιαζόμαστε στα σκοτεινά να μη μας βλέπουν

Έρωτα θα κάνουμε σε αποχωρητήρια προσωπικά
Μαζί σου λοιπόν, μα και χωρίς εσένα


14/9.016(08:57)

Θυληκός πατέρας

Πρόσωπο χωρίς μάτια
Προχθές κατάλαβα πως ερωτεύτηκα
τον θυληκό μου πατέρα
Τον ευνουχισμένο δυνάστη μου
Τα πετρωμένα σου χείλη
Μου εκμυστηρεύτηκαν γλυκά
Πως ήθελες να με κάνεις μητέρα
Να αναγεννήσω τον δικό σου πατέρα
Να τον ντύσω με ενα νέο κουστούμι
Να με κόψεις στο πατρόν των ονείρων του για εσένα
Για εμάς, για τον πολλαπλασιασμό των λαθών μας
Των πρέπει, των έτσι και των θέλω σου
Για όλα τα σ’αγαπώ που ζούν απ'τον πόνο


13/9.016(00:06)

Παράλληλα

Με ενα υπότροπο συναίσθημα
Που μοιάζει με τον χάρο να σκύβει
Σε αντικαθιστώ
Γράψε ποίηση μου λένε, καλύτερα μην ζείς
Σε υποκαθιστώ
Σαν τραπέζι με τρία μπαταρισμένα πόδια
Γάζες, αρώματα, υπερκτιμημένα κρέατα
Εσυ είσαι εκεί, αλλά κι "αυτή" είναι εδώ
Στα ίδια υφάσματα, καθαρά σεντόνια
Σε φυσάω σαν γέφυρα καμένη
Στο πλακόστρωτο πίσω απο την σκοτεινή πόρτα
Που χάνεσαι;
Άφησέ το, μην απαντάς
Σ’το είπα τελευταία
Παράλληλα όλα, καμία σύνδεση
Άφησέ το, ξέχνα τα όλα
Κι επέστρεψε εκεί που αντέχεις



12/9.016(03:25)

Κεφάλια

Εμείς οι δυο
Εσύ και εγώ
Στην τέχνη της σαγήνης
Δεν μπορεί να μας αντισταθεί κανείς
Ούτε που κουνάμε το δαχτυλάκι μας 
και σωροί πτωμάτων, πολύχρωμα κρέατα, 
τόνοι στήθων, 
τόνοι πέων συσσωρεύονται
Υποκλίνονται και σκύβουν 
απαλά το κεφαλάκι τους
Μας αρκεί ένα μικρό τοσοδά μαχαιράκι 
δύο εκατοστών να φτάνει καρωτίδα
Ν´αγγίζει την καρδιά
Και θα αναλάβουμε σιγά σιγά 
και βασανιστικά ώστε να έχουμε 
τα κεφάλια τους στο πιάτο μας

11/9.016(14:34)

Ανασφάλεια

Ποιός θα κερδίσει στην αγάπη;
Με έκανες το γύφτικο σκεπάρνι σου
Να με γνωρίσεις σε φίλους, σε πρώην,
σε κολακευμένους νέους
Βόλτες όλοι γύρω γύρω απ’το λίγο σου
Ούτε μια ανάσα δεν περίμενες να φύγει
Και ορμήξες στο όμοιο και εύκολο
Κανένα καθρέφτη δεν θα σπάσει
Κι έσκισες τα πάντα μέσα μου
Με το καινούριο σου αστραφτερό σκεπάρνι
Δε θα απολογηθώ
Που ζήτησα μιάν αγκαλιά
Κι ας ήταν συμφερτή
Κι ας ήταν φοβική
Κι ας ήταν ξένη
Ήταν και λίγο τρυφερή, μα τι μου μένει;

10/9.016(20:14)

Απο την, υπο έκδοση, ποιητική συλλογή “Ανασφάλεια”

Πίσω

Θα μεγαλώσω 
Την ομορφότερη αγάπη απ’ολες
Έχω τις πιο δίκαιες σφαίρες
Και σκοτώνω καθημερινά την πίστη
Εκείνη με τις ωτασπίδες
Με τα χαλινάρια
Με τα όνειρα του παρελθόντος
Καμπανάκια παντού
Κανείς δεν παραδέχεται
Γυρίζει το στομάχι, καθώς γυρίζει
το πλυντήριο
Κάποιες γόνιμες γυναίκες, μου είπαν
Κοίταξε μέσα και δες το βάθος
Μην χάνεσαι σε πλάτη που δεν είναι δικά σου
Κιτρίνισες, ψάξε να βρείς την καρδιά εκείνη την ίδια
Μιας και το κάθε σήμερα είναι ενα βήμα πίσω

9/9.016(16:07)


Αγωνία

Αισθάνομαι το κουδούνι
Πάω στην εξόπορτα που λέει καλημέρα
Ακούω φωνές 

Κάθε μέρα
Μαύρη, ψηλή και τρίζουσα
Το φόρεμα ξύλινο λιώνει

Κάναμε ένα ταξίδι πρίν 
Κι ένα μετά
Κι έπειτα τίποτα

Μια αγχόνη που τραβιέται
Ξαφνικά, δίνει αέρα
Σε παρελθόν και μέλλον

Κάποια φορά δε θα πιώ
Θα σε κοιτάξω στα μάτια
Και θα γεμίσουν πνιγμένα λουλούδια


2/9.016(19:04)