Νιώθω μια τάση για παλινδρόμηση
Πάει καιρός που με βοήθησαν νομίζω
Νομίζω πως βοήθησαν κι έκοψα τα χάπια
Ήταν μια αγάπη, την ονόμασα έτσι
Έτσι πρέπει να ήταν νομίζω
Μα τώρα νιώθω μια παρανόηση
Καθώς στα μάτια μου σχηματίζονται
γωνίες θολές και οι τρύπες εμπρός μαυρίζουν
Μπορεί να ευθύνεται η συνήθεια που όλοι ονομάζουμε
Στα πράγματα που δεν θα συνηθιστούν ποτέ
Στην έλλειψη της επικοινωνιάς
στο κλουβί του ποντικιού, στο τυρί της επόμενης μέρας
Έχω μια τάση κάθε τόσο να θέλω να πετάξω
Συζητάω πως πολλοί την έχουν αυτή την θέληση
Προχθές έκλαιγε στα χέρια μου ενα κορίτσι μεγάλο
Οχι σαν αυτό που έτυχε να γνωρίσω πρίν λίγο καιρό
Δάκρυζε για ώρα στα χέρια μου, οχι μέσα μου
Δεν καταλάβαινα γιατι το κανει
Γινόταν κάτι σαν καθρέφτης κι έπαιρνε μαζί του κι εμένα
Δεν ήθελα να κλάψω μα δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο
Κι έρχεται ξανά η παρανόηση των άλλων
Προτιμώ να’μαι μόνος εδώ
Χωρίς να κοροϊδευω πως αγαπάω, πως τάχα νιώθω
πως αισθάνομαι τον πόνο του άλλου
Προτιμώ τη μοναξιά των τοίχων, των φαγωμένων νυχιών μου
του νιαουρίσματος της γάτας, του πληκτρολογίου
μιας άγνωστης ψυχρής φωνής περαστικής,
παρά της δικής σου μοναξιάς που θα εξιδανικεύσει τη δική μου
και τότε θα γίνουνε δυο, που θα ονομάσουμε μία,
κι όταν το αλκόολ φέρει συναίσθημα
θα την πούμε κι αγάπη.
Προτιμώ να’μαι μόνος.
8/01.016(19:00)