Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Υπόνομος

Ήσυχοι δρόμοι της πόλης
Ο ουρανός σιγά σιγά σβήνει
κι ανάβει τα καντήλια του
Νιώθω το πνεύμα μου αποπνηκτικό
Τα λόγια που πυρώνουν τη σκέψη
εισρρέουν και λιώνουν 
το διάφανο σώμα του έρωτα
Πολλά μυαλά, απόψε θα καούν
Πολλοί εραστές θα κοιμηθούν μονάχοι
Μα οχι εμείς
Το αίσθημά μας, σε έναν υπόνομο της Πατησιών,
θα ξερνάει αγάπη



28/01.016(18:51)

Ίος (β)

Πρίν φύγεις, τρυπώνω στο παλτό σου.
Με πας στην θάλασσα.

Ίος -χεμώνας- 26/01.016(21:47)

Ίος

Με ρωτάς πως αντέχω;
Ξέρεις πως έχω ενα βλέμμα δυνατό που μπορεί με μια κίνηση, να σου καρφώσει την λύπη στον τοίχο, μα η καρδιά μου χολαίνει.
Και κάθε μέρα απο το πρωί σφίγγω τα δόντια, τα βάζω με τον εαυτό μου γιατί ξέρω τι αξίζω, τι μπορώ να δώσω, τι μπορώ να πάρω, μα κάθε μέρα δαγκώνω ενα κομμάτι δερμάτινο ύφασμα.
Σηκώνω τα μάτια στον ουρανό και απο τα βάθη του στομαχιού μου ουρλάζει η φωνή της απώλειας και της έλλειψης.Του εαυτού μου και της αγάπης σου.
Και με ρωτάς αν αντέχω; Οχι, δεν το αντέχω.
Μα έμαθα όλα να τα γράφω στο χαρτί και να ελπίζω πως κάτι θα βρεθεί και πως κάποιος θα έρθει στον δρόμο μου.’Εμαθα να προσμένω, αλλά πόσο;
Και να σου πω την αλήθεια μου, ψάχνω να γίνω αποδεκτός και ψάχνω να αγαπηθώ και να ανοίξω όλες μου τις πληγές, να μου τις γλύψεις.
Και γνωρίζω πως αν ανοίξεις κι εσυ -μακάρι να μη σε φόβιζαν τα μάτια μου και ν’άνοιγες-
θα κοιτούσαμε μαζί τη σκόνη που θα χανόταν.Τις ελπίδες να γεννιούνται.Το σκοτάδι να εξαφανίζεται.
Καταπίνω με πόνο.Αισθάνομαι μιαν άνοιξη βαρυά να σκαρφαλώνει μέσα μου.
Στο σώμα του χειμώνα.

Ίος -χειμώνας- 25/01.016(19:30) 

Οι εραστές μου

Κοιμάμαι ακούγοντας τα πρωινά πουλιά
Ξυπνάω όταν ο ουρανός κουράζεται
Και για να μην πετάξω τις σκέψεις μου
Κάθομαι, μια μια, και τις τρώω

Άλλοτε γράφω στίχους για κορμιά
Ολότελα παραδομένα, μα οχι δικά μου
Και για να μην τα γκρεμίσω 
Την επιθυμία μου κάνω ποιήματα

Και τότε παίρνω απόφαση 
να κρεμάσω την έρημη γύμνια μου
κι οι εραστές μου, θα κανονίσω
να’ναι πεινασμένοι για μέρες



23/01.016(23:50)



Μια νύχτα

Είναι το σπίτι ντυμένο βαριά
Φλέβες ψυχρές τυλίγουν το λαιμό μου
Ένα ποίημα παγώνει τα μέσα του
Μιλάει για μια καρέκλα ηλεκτρική 
τι ορίζει ποιός θα φύγει ;
Ποιός θα ζήσει νεκρός εδω μέσα ;
Βιβλία με μουτζουρωμένες σελίδες
Υπογραμμισμένα όλα τα άρρηκτα ερωτηματικά
Έχω μια αίσθηση πως είμαι απο χαρτί
Πως κουβαλώ μια ανάσα ξινή
Λίγο πιο γρήγορο απ’του θανάτου το βήμα
Πως είμαι μια σκιά καμπουριασμένη
Στρογγυλές αγκαλίες στα κρύα σκεπάσματα
Μια νύχτα είναι θα περάσει..



18/01.016(22:47)

Μονόλογος

Χρειαζόμουν κάτι πιο οικείο 
και φυσιολογικό.Κάτι πιο κοντινό σε μένα.
Εσυ είσαι ένας μεγάλος βλάκας 
που δε μπορεί να σταθεί σε ενα σημείο.
Σ’αγάπησα τότε, σ’αγαπάω και τώρα.
Αγαπώ το πως στιγμιαία είσαι ο πιο εγωιστής
μα κι ο πιο γενναιόδωρος άνθρωπος που γνωρίζω.
Αγαπώ που μισείς τους νταήδες που κοροϊδεύεις
ενώ ταυτόχρονα είσαι ένας νταής.
Τη συνεχή αμφισβήτησή σου για τους άλλους
όπως τότε με την κυνική σου εμπειρία.
Το περίεργο λεξιλόγιό σου που ξεστομίζει
συνέχεια βρωμόλογα.
Όλα γύρω σου εξαφανίζονται Χρήστο.
Έχουν τις οικογένειες τους
τους ζωντανούς νεκρούς τους φίλους.
Εσυ δεν έχεις τίποτα.
Τα έδιωξες όλα.

16/01.016(02:56)

Ανάγκη για δέρμα

Αχ να’ξερες πόσο θέλω τ’άδειο σου σώμα.
Μ’ενα σφουγγάρι να στάζεις,
να πίνω κάθε βράδυ μια σταγονίτσα αίμα.
Με μάτια κενά, άβαφα μάτια ξεθωριασμένα.
Τα βλέμματα που έχω στην πλάτη:
οι φυλακές και τα παράπονά μου
να αποδυναμώσω τα μέσα μου σε σένα.
Μέσα στην ύλη σου
που ονομάζω συναίσθημα.
Να πέσω στο χώμα λιπόθυμος
με μια κουρασμένη ανάγκη για δέρμα.


14/01.016 (17:37)

Ατόφιος πόνος κι ατόφια χαρά

Ένα πολύχρωμο μοτίβο
αναβοσβήνει στα 500 μέτρα ευθεία
Σηκώνω τα μάτια προς τα πάνω
Ποιός παρατείνει τις γιορτές;
Ποιός να’ναι τούτος 
που μετράει ανάποδα τη θλίψη;
Μιλάω σύντομα με τη γάτα
Χαμηλώνω και κοιτάζω 
τα σοφά της μάτια
Είναι όμορφο να κλαίω και να μην πίνω
Να χαμογελάω χωρίς αλκόολ
Να αισθάνομαι ατόφια τον πόνο
Ατόφια την χαρά σαν έρθει
Και να τα βλέπω να γλιστρούν
να τα κοιτώ να φεύγουν
Καπνός στο στόμα, δάκρυα στα μάτια
Να μ’αφήνουν..


8/01.016(22:58)

Για όταν θα λείψω

Ζώντας με το θάνατο ως σύντροφο
είδα παιδιά να μεγαλώνουν σκυμμένα
πουλιά να ξεριζώνουν τα δέντρα
Αγάπες να ρίχνουν άγκυρα για χρόνια
Και μύρισα πολλές φορές τη γή
Τους εκπαίδευσα να μην ανησυχούν
όταν δε θα με βρίσκουν
Και τελικά, να μη με ψάχνουν

8/01.016(20:43) 

Παράνοια

Νιώθω μια τάση για παλινδρόμηση
Πάει καιρός που με βοήθησαν νομίζω
Νομίζω πως βοήθησαν κι έκοψα τα χάπια
Ήταν μια αγάπη, την ονόμασα έτσι
Έτσι πρέπει να ήταν νομίζω
Μα τώρα νιώθω μια παρανόηση
Καθώς στα μάτια μου σχηματίζονται
γωνίες θολές και οι τρύπες εμπρός μαυρίζουν
Μπορεί να ευθύνεται η συνήθεια που όλοι ονομάζουμε
Στα πράγματα που δεν θα συνηθιστούν ποτέ
Στην έλλειψη της επικοινωνιάς
στο κλουβί του ποντικιού, στο τυρί της επόμενης μέρας
Έχω μια τάση κάθε τόσο να θέλω να πετάξω
Συζητάω πως πολλοί την έχουν αυτή την θέληση
Προχθές έκλαιγε στα χέρια μου ενα κορίτσι μεγάλο
Οχι σαν αυτό που έτυχε να γνωρίσω πρίν λίγο καιρό
Δάκρυζε για ώρα στα χέρια μου, οχι μέσα μου
Δεν καταλάβαινα γιατι το κανει
Γινόταν κάτι σαν καθρέφτης κι έπαιρνε μαζί του κι εμένα
Δεν ήθελα να κλάψω μα δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο
Κι έρχεται ξανά η παρανόηση των άλλων
Προτιμώ να’μαι μόνος εδώ
Χωρίς να κοροϊδευω πως αγαπάω, πως τάχα νιώθω
πως αισθάνομαι τον πόνο του άλλου
Προτιμώ τη μοναξιά των τοίχων, των φαγωμένων νυχιών μου
του νιαουρίσματος της γάτας, του πληκτρολογίου
μιας άγνωστης ψυχρής φωνής περαστικής,
παρά της δικής σου μοναξιάς που θα εξιδανικεύσει τη δική μου
και τότε θα γίνουνε δυο, που θα ονομάσουμε μία,
κι όταν το αλκόολ φέρει συναίσθημα
θα την πούμε κι αγάπη.
Προτιμώ να’μαι μόνος.


8/01.016(19:00)

Για όλα αυτά

Γιατί γράφω ποιήματα για σένα
Γιατί σε σκέφτομαι όταν πλένω τα πιάτα,
όταν μου στρίβεις τσιγάρο,
όταν μου χαϊδεύεις την πλάτη
κι εγω οδηγώ πρός την θάλασσα.
Γιατί τα σπασμένα κομμάτια μου
φωλιάζουν μέσα σου
κι εσυ τα αγκαλιάζεις.
Γιατί με αποδέχεσαι.
Και γιατί απαντάω στις ερωτήσεις σου.
Που κανείς μέχρι σήμερα
δε με είχε ρωτήσει πως αισθάνομαι.
Επειδή με ευχαριστεί ο μικρόκοσμός μας.
Γιατί τα παιδιά μας, κάνουν παρέα
Και διότι ανακαλύπτω μαζί σου κάτι δικό μου.
Κι εσυ ανακαλύπτεις κάτι νέο μαζί μου.
Γιατί είμαστε οι δυό μας και μοιάζει σαν όλον.
Γιατί νιώθω πως σε θέλω.
Γιατί τα μάτια σου βαθαίνουν
και μετράω τις φλεβίτσες τους.
Γιατί φέρνω κύκλους μέσα τους.
Γιατί σε κοιτάζω.
Και γιατί με κοιτάζεις.
Και απομονώνεται ο κόσμος.
Δεν υπάρχουν δέντρα και τραπεζάκι.
Δεν υπάρχει κρεβάτι και μουσική.
Η παιδικότητά σου, τα γλυκά σου “οχι”
και τα ερωτεύσιμα “τι” σου.
Οι ανεβασμένοι ώμοι που χαμογελούν.
Θα μπορούσα να γράφω όλες τις στιγμές.
Μα θέλω κι άλλες.


3/8.015(11:33)

Η μητρική σου αγάπη

Τοίχο-τοίχο καναπέ κρεβάτι
Πόδια σπασμένα σέρνονται στο ξύλο
Κάτω απ'τις μασχάλες
Με στηρίζουν οι μυρωδιές
Με σπρώχνουν στις αναμνήσεις
Πίνακες ζωγραφικής γεμάτοι χρώμα
Μου αρέσει κι ας με πνίγει
Μυρίζεις κάτι πολύ οικείο
Τα μαλλιά σου είναι τα ίδια
Τα δάχτυλά σου κομματιασμένα όπως τότε
Ήσασταν κι οι δυο καλλιτέχνες
Θέλω να σε γνωρίσω κι άλλο
Μα μάλλον θα κόψω την καρδιά σου κομμάτια
Αυτή με άφηνε μόνο, είχε πολύ δουλειά
Με κοιτούσε να κλαίω.. μα εσυ..
Εσυ είσαι καλύτερη, ανοίγεις την πόρτα
και με παίρνεις αγκαλιά
Μυρίζεις κάτι τόσο οικείο
Τα μαλλιά σας είναι τα ίδια
Τα δάχτυλά σου κομματιασμένα όπως τότε..


3/01.016(20:22)