Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

η γιορτή

Λυπάμαι που οι φίλοι μου δεν καταλάβαν πόσο σημαντικό ήταν για μένα.
Μόνο προτίμησαν να πίνουν, να χασκογελάνε, σα να’ταν συναυλία.

Λυπάμαι που οι τρόφιμοι οι διπλάνοι μου ήρθανε όλοι.
Κάποιοι ουρλιάξαν μέσα τους, κάποιοι ανατραπήκαν.

Λυπάμαι που οι γονείς μου χάρηκαν την τόση επιτυχία.
Μονάχα που ρετάλια μπήκανε, ρετάλια βγήκαν.

Δεν έχει αξία ο θυμός, η αγάπη, το πνεύμα μου, αφού ξεχνάω.
Και να, που ώρες έρχονται, και λίγο λίγο όλα αυτά τα νοσταλγώ.

Μα να που τελικά, ίσως μονάχος μου, να έδωσα την τόση σημασία.

30/10.015(21:19)

Αποθήκη φυγής

Η αγάπη ως χοιρίδιο εργαστηρίου
ή έστω, πλάσμα σε δοκιμαστικό σωλήνα.

Υπο-σχέσεις, υπο-χρεώσεις, υπο-μνήματα.
Όλα βαλμένα κάτω απο ενα στεγανό.

Τα προσωπικά όρια δημιουργούν τα πλαίσια
και με την σειρά τους, την ανάγκη για ερωτήσεις.

Έρχονται ή δεν έρχονται οι απαντήσεις;
Μήπως περισσεύουν και λιμοκτονούν στο ανώφελο;

Μήπως το ανώφελο είναι το καθημερινό;
Και το καθημερινό, μια αποθήκη φυγής;

29/10.015(20:19)

Χέρια αντένες

Όλα τα λουλούδια βαραίνουν και πέφτουνε.
Λεπτοί κουρασμένοι κορμοί,
φυλλωσιές ξεθωριάζουν στην νύχτα, 
πιο κάτω στα χείλη,
τα μαλλιά πλέκονται μαζί τους.
Η κάθε μια μεσ΄τα μάτια της
είχε άλλους δυο κόσμους.
Σηκώνεται ενα χέρι, ανοίγει τα δάχτυλα
αντένες που σκίσουν τα κατήφορα χείλη.
Νουάρ κλίμα, 
το κάδρο είναι κομμένο περίεργα
μια καρδιά ανάποδη, 
παιδικά ζωγραφισμένη,
θρηνεί σα να κλαίει.
Αφαιρετικό συναίσθημα.
Ένας γεμάτος καμβάς
βάφτηκε μαύρος
ζωγραφίστηκε και θα ζωγραφιστεί ξανά.
Χέρια αντένες.
Ανομοιόμορφα μάτια.
Μαύρα λουλούδια
βοηθάνε τη νύχτα να λάμψει.


27/10.015(18:18)

Ζωντανά παιδιά

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Το μόνο που θυμάμαι ήτανε,
να ζωγραφίζουμε τους τοίχους
σα ζωντανά παιδιά.
Φτιάχναμε στόχους για αγάπη,
πολύχρωμους κύκλους
και για βέλη είχαμε
τα σφιγμένα μας χέρια.
Τα μπλεγμένα μαλλιά μας.
Την ζεστή μας καρδιά
και δεν ακούγαμε ποτέ, 
εκείνο το παγωμένο κράκ.
Κι όλοι οι κύκλοι μεγάλωναν.
Άλλοτε μας ρουφούσαν
άλλοτε τους νικούσαμε.
Τέλος της ιστορίας δεν υπάρχει.
Μα υπάρχει μια γεύση γλυκόπικρη που μένει.
Θα απορώ πρίν πεθάνω
τι ήταν αυτό που μας βρήκε.


24/10.015(15:28)

Πλοία φορτωμένα πέρατα

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Ήτανε παντοτινά ερωτευμένο
με τα πλοία.
Πλοία δεξαμενές.
Πλοία στο διάστημα.
Κάθε δρόμος,
ήταν ο τελευταίος δρόμος.
Κάθε φιλί,
ενα αποχαιρετιστήριο φιλί.
Σε κοιτούσα να κρατάς 
στα χέρια σου τον ήλιο
καθώς μπλέκονταν με τον θάνατο.
Και καθώς έκλεινε η ξύλινη πόρτα
θυμάμαι το νεύμα,
που συνόδευε εκείνο το βλέμμα.
Κι έπειτα ενα ολόλευκο
στις άκρες του, ξανθό φώς.
Έπειτα παντού,
πλοία φορτωμένα με πέρατα.


23/10.015(15:05)

Μικρό κορίτσι

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Πρίν κοιμηθεί
κρατούσε κι έσφιγγε
μεσ´τα χεράκια της
ενα λειψό χάρτινο
τριαντάφυλλο.
Πρίν πέσει για ύπνο
ήταν λευκό.
Κι όταν ξύπνουσε, κατακόκκινο.
Ύστερα η παραμυθιά μου,
μεγάλωσε.
Γνώρισε ενα αγόρι.
Τα πλαστικά αστέρια
στου ουρανού του την πόλη.
Το κορίτσι που τρέχει τον πόνο
τ´αγοριού ν´αγκαλιάσει.
Μην ήταν όλα ψεύτικα 
φοβάται απόψε.
Μην ήταν όλα αληθινά
και πως θ´αντέξει.

23/10.015(01:21)

Εφήμερη πλήξη

Oι μελλοντικοί νεκροί, τις Κυριακές,
κρύβονται στη δεύτερη σειρά των καθισμάτων.
Η εκκλησία πάντα μύριζε
το γνώριμο λιβάνι του θανάτου.

Κι έτσι σιγά σιγά, βήμα το βήμα
εξοικειώνονται.
Κι έτσι αργά, χαμηλώνουν το βλέμμα
παίζουν νευρικά με τα ακροδάχτυλά τους
καθώς οι ανάσες μικραίνουν.

Έτσι κι εγώ, που τον αγάπησα μικρός
σε δύο πράγματα παραπαίω.
Στη φτώχια της νιότης μου
και την εφήμερη πλήξη του έρωτα.


21/10.015(10:53)

Υποχρεώσεις

Αφοσίωση.
Κι αναγκαιότητα.
Κατασκευή διωρύγων
και συράγγων.
Φτερωτών θεών 
και υπανθρώπων.
Oι υποχρεώσεις μου
με κράτησαν μακρυά
απο την χαρά μου.
Κι έτσι κατάπια
αυτό που έθαψα.
Έσκαψα βαθειά
και πνίγηκα.
Όλοι οι θάνατοι
ας είναι αξιοπρεπείς.

19/10.015(23:54)

Η πόλη

Χαίρομαι να χάνομαι 
μεσ´τις πληγές της πόλης.
Σε άδεια συντριβάνια,
σε πλατείες με βαμμένα χείλη
έτοιμες να καταναλωθούν
και να αναλώσουν.
Να κλέβω πατροναρισμένα 
χαμόγελα που μοιάζουν
σα να ουρλιάζουν.
Που καπνίζουν σα να αναπνέουν.
Που μιλάνε σα να ξερνάνε.
Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα
πέρα απο τη διαφορετικότητα
της ύλης.
Το πνεύμα παραμένει πάντα εκεί.
Διαθέσιμο να αναμορφωθεί
Ή καταδικασμένο.


18/10.015(21:48)

Το πρώτο 24ωρο

Πέρασε σχεδόν ένα 24ωρο.
Κλαίω απο μέσα μου, κλαίω χαμογελώντας
κλαίω πίνοντας μπύρες
κάνοντας βόλτες σε λιβάδια
καιόμενος μεσ'τα ποιήματα
τα δάκρυα μουλιάζουν το τσιγάρο. 
Κλαίω σκεπτόμενος κουβέντες 
με τους χθεσινούς ανθρώπους.
Κλαίω βουβά και ξανακλαίω.
Οχι για μένα, μα μονάχα για σας.
Για εσάς που μάθατε να μη τα λέτε.
Ή να τα λέτε και να μη τα κάνετε.
Να μη μιλάτε, να μην εξωστρακίζεστε στο διάολο
και να επιστρέφετε διαλυμένοι.
Κλαίω για το λόγια λόγια κομπολόγια,
για τον χρόνο που χάθηκε στην άπνοια των σκέψεών σας.
Μα πλέον γνωρίζω άλλο ενα μάθημα, άλλο ενα πάθημα,
που σαν ξυράφι ράβει τις πληγές μου.
Άνθρωποι υπάρχουν μονάχα στις πράξεις.
Άνθρωποι υπάρχουν μονάχα στα έργα ανθρώπων.
Χρόνια πολλά πάνε που τους αναγνωρίζω.
Εκεί είναι μονάχα η ουσία.
Όλοι οι υπόλοιποι, είστε απλοί θεατές της ζωής σας.


17/10.015(10:23)

Φρίκες

Είμαστε οι φρίκες περασμένων ζωών.
Ξέρω πως υπήρξα ηθοποιός 
και τραγουδιστής και τραυλός 
και κουφός και υπέροχος μέσα στην αγνωμοσύνη μου.
Και σχιζοφρενής δεμένος σε σιδερένιο κρεβάτι 
κλεισμένος σε λευκό δωμάτιο.
Κι εραστής και ανέραστος.
Και βλαστάρι που πεθαίνει σε μερικές ώρες 
και κισσός που αναρριχάται 
και πίνει το αίμα του δέντρου για πάντα.
Και ξέρεις τι κατάλαβα απ´όλα αυτά;

Τίποτα.


7/10.015(01:17)

[εισαγωγή]

Σήμερα η νύχτα θα υφάνει το παιδί της απ´την αρχή
Κι ο ουρανός της θα συννεφιάσει
Θα πνιγώ μεσ´τα ποιήματα 
Κι όποιος θέλει, ας ακολουθήσει
Θα πάρουμε ενα ποτάμι μακρύ και βαθύ
Που οδηγεί στην αγάπη και τον πόνο
Με μάτια για κουπία και χέρια για ανάγκες
Θα οδηγηθούμε κάπου πέρα, που δε μας νοιάζει
Μα θα είναι η ασπίδα μας για το πιο όμορφο τέλος


3/10.015(12:31)

Ανάσταση νεκρών

Ας αναστήσουμε τους νεκρούς μέσα μας
Τα μικρά μας παιδιά τα παραπονεμένα
Τις υποσχέσεις στα μεγάλα μας μάτια
Τα κρύα χέρια άδεια των γονιών
Τους υποστηρικτές μας

Ας σκοτώσουμε τους εσώτερους δειλούς μας
Τις τσέπες που γεμάτες, μας αδειάζαν
Τα κρύα κλουβιά μας τα φρεσκοβαμμένα
Τα χαμόγελα που κενά μεγάλωναν μέσα μας
Τα χάπια μας τα καραμελωμένα


1/10.015(11:06)