Με ονομάζουν αθανασία.
Μα τον πατέρα μου
θα κοιτάζω να σβήνει.
Μου ζωγραφίσαν
σκαμένες ανάσες.
Και κατόπι εγω
στου θάνατου τα ύστερα
θα κλαίω ξωπίσω.
Σα να σε βλέπω
να σφίγγεις τα μάτια
καθώς με γή βελωνιάζουν.
Πατέρα μου τρύπιε
διωγμένη λαχτάρα μου.
Σκύψε.
Ματώνω τόσο
μα θέλω τόσο
να σε αγγίξω.
31/12.014(00:18)