Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Καρυωτακικά(α)


φτερούγισμα λεπτό τα ονειρά μου
πρωινού ξυπνήματος πουλιού
η διόπτρα εστιάζει στις κλίμακες
κι αυτό εκεί χαζεύει
ανέμελο ψάχνει τη μάνα του να φάει
πρίν τη σκανδάλη πατήσει το δάχτυλο τρέμει
μικρό πουλί στο δέντρο εκεί ψηλά
κι απο κάτω μακρυά ο μικρός άνθρωπος
ανεμελιά απ'το ξημέρωμα τιτιβίζει
καθώς ο ιδρώτας πέφτει στο ξερό χορτάρι
η μάνα γης θα τα δεχτεί απλόχερα πάλι όλα
τα σκουλήκια της θα φάνε,
θα θρέψουν
θα μεγαλώσουν κι άλλα πουλιά το πρωί
θα διαδαχτούν κι άλλοι άνθρωποι να τα σκοτώνουν.
15/03.011(01:26)




πληρώνω με τρόπο αφόρητο

αυτούς που στην αλήθεια δρασκελίζουν με μανία
δίνω να φάν' δίνω να πιούν δίνω ν'ακούσουν
περίεργη γής περπάτησαν μέσα σε γκρί μονοπάτια
κουρασμένοι σε συνέχειες μα όχι σε κύκλους
η ζωή που περιγράφουν,γυρισμό δεν έχει
μήτε ματιές πιο πίσω
σχολεία ολάκερα μια βλεφαρίδα τους
κι οι γωνιές που πάνε και σκύβουν
μακρυά απο ανθρώπους και μακρυά απ'τις σκέψεις των
παρέες μοναξιάς ο κάθε ένας τους
το κάθε ερώτημα 
το κάθε δάχτυλο που υψώνουν
καμία απορία δε μου απόμεινε απο δαύτους
μα μόνο τους άκουα
ποτέ δεν ακολούθησα αυτή τους την συνέχεια
κι εχω απο τότε ,τόσο πια ζαλιστεί..
15/03.011(02:11)




οτι βαθειά σε πονάει κι αφήνεις μέσα σου να μεγαλώνει
θα βγεί λέει αργότερα μέσα στο βράδυ και θα έρθει να σε σφάξει.
Οι σκέψεις μου εχθές χιονοστιβάδες
ήρθε το ξημέρωμα να με κουράσει
με μουσική,κρασί με συνεπήρε
με σήκωσε στα ματωμένα νύχια του
κι άρχισα να κρυώνω καθώς τον ουρανό κοιτούσα
ενα ποτάμι που έρεε με μια μονάχα γέφυρα
συνάντησα πιο κάτω 5 γάτες
ο ουρανός κοκκίνησε και μ'άφησε απαλά να πέσω.
Μα το πρωί που ξύπνησα ήμουνα ήδη άρρωστος
ήταν όλα τα ίδια κι εγώ έβλεπα όνειρα
το κρασί,αυτά τα νύχια κι ο ουρανός
είχαν απ'ώρα πια αλλάξει.
15/03.011(13:56)


Καρυωτακικά(β)


οι θεωρείες γεννήθηκαν απο ανθρώπινα μυαλά που κατατρέχουν
ανθρώπινη ανακατοσούρα μέσα σε ανοιχτές πληγές
αφήστε τα αυτά,κι ελάτε εδώ στο τίποτα
μα ίσως να έλθετε και εις το πάντα
μηδενίστε ότι ακούτε,ζαχαρώστε την αλήθεια σας
γλείψτε μέχρι το ξυλάκι κι ύστερα αποφασίστε
μάθετε να κοιτάτε πιο βαθειά με μάτια διάφανα
κατατρεγμένοι κακομοίρηδες,στην κατοχή σας ζείτε
νιώστε την ζωή στις σταγόνες τ'ουρανού
ακούστε το κελάηδισμα του θανάτου της φύσης
τίποτα δεν είναι ίδιο με αυτό που σας εδίδαξαν
κι αν όλα αυτά,σας ενοχλούν τους υπόγειους σωλήνες
τότε προσάναμα καλό θα κάνουνε
μα η σκέψη θα κρατήσει πιο πολύ
κι απο την φλόγα την εφήμερη
κι απο την πρωινή εφημερίδα

15/03.011(14:11)





διαβάζοντας καβάφη,καρυωτάκη

εξυμνούσε όλους τους στωϊκούς της εποχής του
τους νεκρούς αυτούς στοχαστές.
Ελπίδα δεν υπάρχει για τους ζώντες
πεθαμένοι είναι κι αυτοί μέσα στη λάσπη των φτηνών τους.
15/03.011(14:38)




Σημειωματάριο βουνού(β)


Μου βγήκε απο βαθειά μια ανάγκη
τώρα που τα πίνω στο τζάκι
κι οι σκέψεις μου αρχίζουν να ρέουν
γεμίζω κι άλλο ποτήρι
η ανάγκη μου να μείνω εδώ
καθώς παλιότερα είχα γράψει
γι’αυτά τα πράσινα παράθυρα
για μια γραφομηχανή που γρατζουνάει
το ολόδικό μου χάος.
Τώρα που τα πίνω εδώ μπρός στη φωτιά
λίγο ακόμα κρασί θα ρουφήξει τις σκέψεις μου
λίγη ακόμα ψυχή απο εδώ, παραπέρα
ίσως η Ειρήνη μου
η κόρη μου η μονάκριβη κι ο άγγελός μου
εδώ να τρέχει κι εδώ να σέβεται
να σαλεύει κι αυτή παραδίπλα
σε δυο νέες καρέκλες
και σ’ενα παχύ παχύ στρώμα να χοροπηδάει
να λέει να βγούμε έξω στη βροχή
κοιτάζοντας με,με αυτά τα όμορφα δόντια.
02/3.011(13:05)
Δικό σου Δικό μου Δικό της
Δικό της Δικό σου Δικό μου
Δικό μου Δικό της Δικό σου




Ούτε η μύγα δεν είναι πια εδώ να θυμίζει
πέθανε κι αυτή απ’το κρύο
για να είμαι ειλικρινής
προς το παρόν δεν με νοιάζει
το στριφογύριμα γύρω γύρω μ’ενοχλούσε
τώρα όμως πέθανε ή έφυγε για πιο ζεστές χώρες
πάντως αυτή την ώρα, εδώ στη φύση μέσα αρμενίζω
χωρίς ζωή τριγύρω
μόνο το συναίσθημα του αέρα
και την ευωδιά της ομίχλης
ήσυχα τώρα, σιωπή..
02/03.011(14:24)





μετά απο ώρες εδώ
προσπαθώ να παρατείνω τη σιωπή
δεν τα καταφέρνω καλά
και καποιες φορές σιγοτραγουδάω
κάποιες άλλες
με σκουντάει ο μέσα και μου λέει να ηρεμήσω
εγω σταματάω
κάποιες ώρες έχει δίκιο
το τραγούδι της φωτιάς είναι μακρύτερο
καίει ακόμα
και συντροφεύει τις νύχτες μου
άλλοτε φουντώνει το τραγουδι και με διώχνει
τότε είναι που φεύγουνε όλοι
η φωτιά ορίζει απόψε
κι η φωτιά θα ορίζει κι αύριο
το ξύλο κόπηκε στη μέση
κι εγω αγναντεύω στα χαμένα την καρδιά του..
02/03.011(19:24)


Σημειωματάριο βουνού


περιμένοντας τα κάρβουνα να γίνουν
εδώ ξανα σαν τότε
σπίθες πετάγονται μακρυά και
απο τον λήθαργο με ξυπνάνε του κρασιού
περάσαν μέρες και νοστάλγησα ξανά
αυτό το τζάκι που συνέχεια καπνίζει
το βαθύ φαράγγι
τη σιωπή της φύσης
τη δική μου σιωπή
αποζητώ τη δική σου σιωπή
και συνεχίζω να γράφω
με πόδια ζεστά
με λαρύγγι γλυκό
με αρώματα,
το νεο ξεκίνημα..
4/1.011(15:53)



βιάζοντας τις σκέψεις μου

τα σπλάχνα μου,ορίζουν την διάθεσή μου

το σώμα μου, η εξωτερική μου μορφή
δυό άδεια μάτια κοιτούν προς τα μέσα
και τα πόδια μου ακουμπάνε στο έδαφος
τα πλευρά μου πονάνε καθώς γέρνω να πέσουν'
η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Ποτέ πια σε καλή διάθεση
μεμονωμένες σειρές
διαφορετικές γραμματοσειρές
μπερδεμένες σκέψεις
και τραυλίζω πιωμένος τις λέξεις τους'
φαντάσματα επιστροφή στα μέσα μου
άδειες οι πόρτες και στο πρώτο βήμα το κενό'
ταράχτηκα
η καρδιά στέλνει αίμα
απομονώνει χέρια,πόδια,όλα τα άκρα παγώνουν
να ανασαίνεις,να νιώθεις,να βλέπεις
..ανίκανος.
10/1.011(18:09)



Άνθρωποι,άνθρωποι,άνθρωποι
οτιδήποτε αρνητικό σχετικά με αυτούς,
κοροιδεύει την νοημοσύνη μου
οτιδήποτε αφορά μια ψευτιά στο βλέμμα
ενα κενό χαμόγελο
μια πράξη με άγνωστες συνέπειες
απλά κι απλά κι απλά
κι αυτά.. κι αυτά.. κι αυτά..
όλα αυτά τα μικρά λιθαράκια
με σπρώχνουν τόσο απαλά κι άκομψα μακρυά τους
θα τους κόψω όλους
το υπόσχομαι
οι γιορτές πέρασαν
η χαρά τελείωσε..
13/01.011(14:53)




Του δωδεκάτου (α)


Δηλαδή καταλαβαίνω
ο κόσμος βγαίνει έξω για να διασκεδάσει
το θέλει το γέλιο του
να σκάσει ρε παιδί μου στα φιλιά στα μάγουλα
δε με νοιάζει καθόλου λοιπόν
εγώ θα πιώ ανάμεσά τους,θα παρατηρώ
τις κινήσεις των ματιών τους
τα υγρά που καταπίνουν
συρροή κατα συρροή ρέουν,τι γίνεται; 
τόνοι κρέατος περπατάνε
μιλάνε για βλακείες
ο έρωτας χάνεται
μπαίνει η συνήθεια
τα ίδια γέλια ,στα ίδια μέρη
μια βδομάδα μετά, τρία χρόνια πρίν
όλα τα ίδια.
10/12.010(περίπου 23:30)



ποιά μέρα θα’ναι αυτή
με όρεξη τα ρούχα μας να βγάλουμε
να βάλουμε τα γάντια τα ελαστικά που τρίζουν
να βρεθούμε σ’εκείνο το δωμάτιο
μαύρα κουτιά γεμάτο,καπνούς
κανένα ανθρώπινο ίχνος
παραπατάς καλώδια σιωπή
οι θεοί επάνω κοιτάζουν
οργανώνονται
μια μικρή νύχτα μουσικής
επιλογές κούραση θάνατος
να μην μυρίζεις καθόλου
η λαλιά σου σβηστή
σχεδόν νεκρή
κουράστηκα και πέθανα
επιλογές.


20/12.010(13:32)






πάντα αυτές τις μέρες κάτι γράφω
θα νικήσω αυτή τη χρονιά τα πάθη μου;
θα με χαρούν πιστεύεις;
ο ο ο..,δεν ξέρω
η ώρα είναι νωρίς
κι αρχίζω κομμάτια να κόβομαι
κι αρχίζω να σκέφτομαι
τον τρόπο να τα ενώσω
υπάρχουν πολλοί
καθρέφτες χαμόγελα μοναξιά σήμερα
υπέροχο τίποτα ,μοναξιά
ο ο ο..,δεν ξέρω
δεν αισθάνομαι τίποτα
σε κανέναν μακρυά
σε κανέναν κοντά
σε λίγο αποφασίζω
περιμένω τον άνθρωπο πλαστικό
να με συμβουλέψει
πάντα ο άνθρωπος αυτός ήταν εκεί
με κυνήγαγε και με νανούριζε
ο άνθρωπος πλαστικό
με οδήγαγε με εξήγε
χωρίς τα κόκκαλά μου
έξω στο κρύο με συμμόρφωνε
αναλαμπές δικές του και 
δικές μου αποστροφές
σε λίγο,μου λέει απο ώρα,θα 
αποφασίσει
θα νιώσει τον κρύο τοίχο του διωγμού
και θα αποφασίσει
κυνήγια στην νύχτα,καθρέφτες
συνομιλίες στα μέσα
κάθε φορά κάθε φορά.
24/12.010(18:52)



ολόκληροι τόποι,μαζεμένοι σ’ενα μέτριο μπάρ
φωνές
πάλι τα θέλω μας
σούσουρο το σούσουρο,κόλλησε πολύ μέσα το βράδυ
κι όλα εδώ
οι φίλοι οι εξαρτημένοι
τα πάθη όλων μας
εγώ ο εξαρτημένος
εσύ ο εξαρτημένος
όλοι μας
και με μια σκέψη,είναι πώς όλα αυτά
δεν ξέρω
μα πιστεύω πως όλα αυτά κάποια στιγμή
πρέπει να’ρθεί η ώρα να ζυγίσουμε
να τα αναλύσουμε.με διάφανο μυαλό
τι θα διαλέξουμε απο τον χρόνο να κρατήσουμε.
Αυτές τις ώρες,είναι τόσα πολλά που ζητάω
μέσα στον κόσμο να κουραστώ
μαζί τους να ανατραπεί η φιλοσοφία μου’
τα πρέπει μου
η μυρωδιά σου
αναδύουν κρέατα
στιγμές
τίποτα μην παίρνεις πίσω
ζήσε όλα τα μήκη
όλα τα πλάτη
ανέτρεψε τα πάντα
και γύρνα εκεί που αντέχεις.
25/12.010(02:29)







Πατήρ κι υιός


το σακατεμένο γιούγκο..
Πατήρ κι υιός..
το κόκκινο φανάρι..
περιμένουν..
ξανακοιτάνε..
ταχύτητα..
ξανακοιτάνε..
τόσες οι σκέψεις σε ενα αμούστακο παιδί..
δε βλέπεις δέρμα..μονάχα αισθάνεσαι παλμούς..
κι αυτός ο κύριος με το μουστάκι..περιμένει..
ξανακοιτάζει..
ταχύτητα..
τόσες οι σκέψεις..
μέσα σ’ένα γιούγκο τσακισμένο απ’τον χρόνο..
φανάρι πράσινο.
6/12.010(22:25)

Σημειωματάριο πλοίου


Μου είναι δύσκολο να κάνω σχέσεις με ανθρώπους
κι εννοώ όχι έρωτα
μια απλή παρέα,συντροφιά
ανώδυνα λόγια, βραδυνά.
ο έρωτας τσούζει αφού κόψει
μακρυά !
σάρκα κι υγρά τα έχω εξαιρέσει
φτηνά ποτά,λευκά τσιγάρα
μακρυά
οι άνθρωποι μακρυά
δε με λυπάστε ;
03/12.010(17:30)







"αυτός εκεί μοιάζει παράξενος
συνέχεια κάτι γράφει
"είναι παράλυτος;"
συγνώμη που έπεσα
να σε κοιτάξω στα μάτια
μα εξήγησέ μου
έμεινες μόνη σου ποτέ για μέρες;
βδομάδες;
πέρασες καλοκαίρι σ'ένα σπίτι άδειο;
άφησες την λαλιά σου να κοπεί;
βούλωσες τ'αυτιά σου με κερί;
μα πώς περιμένεις να νιώσεις;
απο το λίγο που μιλάς κι αναπνέεις 
το πρωί με το τσιγάρο σου;
Ζήστε μονάχοι σας.. αφήστε τα όλα
επιστρέψτε στο τίποτα
Μη σας νοιάζει μη φοβάστε.
3/12.010(17:56)