πρωινού ξυπνήματος πουλιού
η διόπτρα εστιάζει στις κλίμακες
κι αυτό εκεί χαζεύει
ανέμελο ψάχνει τη μάνα του να φάει
πρίν τη σκανδάλη πατήσει το δάχτυλο τρέμει
μικρό πουλί στο δέντρο εκεί ψηλά
κι απο κάτω μακρυά ο μικρός άνθρωπος
ανεμελιά απ'το ξημέρωμα τιτιβίζει
καθώς ο ιδρώτας πέφτει στο ξερό χορτάρι
η μάνα γης θα τα δεχτεί απλόχερα πάλι όλα
τα σκουλήκια της θα φάνε,
θα θρέψουν
θα μεγαλώσουν κι άλλα πουλιά το πρωί
θα διαδαχτούν κι άλλοι άνθρωποι να τα σκοτώνουν.
15/03.011(01:26)
αυτούς που στην αλήθεια δρασκελίζουν με μανία
δίνω να φάν' δίνω να πιούν δίνω ν'ακούσουν
περίεργη γής περπάτησαν μέσα σε γκρί μονοπάτια
κουρασμένοι σε συνέχειες μα όχι σε κύκλους
η ζωή που περιγράφουν,γυρισμό δεν έχει
μήτε ματιές πιο πίσω
σχολεία ολάκερα μια βλεφαρίδα τους
κι οι γωνιές που πάνε και σκύβουν
μακρυά απο ανθρώπους και μακρυά απ'τις σκέψεις των
παρέες μοναξιάς ο κάθε ένας τους
το κάθε ερώτημα
το κάθε δάχτυλο που υψώνουν
καμία απορία δε μου απόμεινε απο δαύτους
μα μόνο τους άκουα
ποτέ δεν ακολούθησα αυτή τους την συνέχεια
κι εχω απο τότε ,τόσο πια ζαλιστεί..
15/03.011(02:11)
θα βγεί λέει αργότερα μέσα στο βράδυ και θα έρθει να σε σφάξει.
Οι σκέψεις μου εχθές χιονοστιβάδες
ήρθε το ξημέρωμα να με κουράσει
με μουσική,κρασί με συνεπήρε
με σήκωσε στα ματωμένα νύχια του
κι άρχισα να κρυώνω καθώς τον ουρανό κοιτούσα
ενα ποτάμι που έρεε με μια μονάχα γέφυρα
συνάντησα πιο κάτω 5 γάτες
ο ουρανός κοκκίνησε και μ'άφησε απαλά να πέσω.
Μα το πρωί που ξύπνησα ήμουνα ήδη άρρωστος
ήταν όλα τα ίδια κι εγώ έβλεπα όνειρα
το κρασί,αυτά τα νύχια κι ο ουρανός
είχαν απ'ώρα πια αλλάξει.
15/03.011(13:56)












