Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Η γυάλα μου

Γιατρέ μου,
έκανα οτι μου’πες.
Γέμισα τη γυάλα μου με ανθόνερο
έκοψα τα νύχια του θηρίου
ψαλλίδισα τα φτερά της ταραχής μου
και τώρα θα υπομένω για άλλες
δυο εβδομάδες.
Φωσφοριζέ ούρα.
Πρωτόγονη πείνα.
Πενία σε ανθρώπινη παρέα.
Ένας κόσμος όλος δικός μου.
Ανυπόφορος μα τόσο μαγεμένος.


29/4.014(16:12)

Για να υπάρχει

Γιατρέ μου,
τα βράδυα μου είναι οριακά.
Κοιμάμαι αργά κι έτσι
ξυπνάω κι αργά.
Να κάνουμε μήπως τη δόση
απ’τα 50 στα 200
να φύγουν τα αρπακτικά;
Τη θηλιά όμως θα τη φτιάξω
έτσι,για να υπάρχει.


25/4.014(23:35)

Άτιτλο

Ασε τη γαμημένη μέρα να σπάσει
η μουσική,τα δέντρα κι η άσφαλτος
γίνονται ενα.
Τα χαρτομάντηλα τυλίγονται γρήγορα
βροχή,ασε τη μέρα να περάσει
φωτιά στον καπνό,τραγουδάει τα μπλούζ
σφαλιάρες στη σειρήνα της μέρας
όλοι μας αιμορραγούμε.
Όλα τα σπίτια κρύβουν μέσα τους
καταρραμένες ψυχές.
Γάτες,τρίχες,υπομνήματα δίπλα στις σακούλες
σκουπιδιών.
Τελευταία μέρα του χρόνου
έπαιξες κι έχασες.
Δε θυμάμαι τίποτα απολύτως.


25/4.014(20:41)

Τα φαντάσματα

Κατι γίνεται με αυτό το σπίτι
δεν ξέρω
βάζω παπούτσια να φύγω
να δώσω μια στη σκάλα να σπάσει
λεω στα πόδια να τρέξουν
με πιάνει το τσιγάρο
και χάνω το λαιμό μου
απο το στομάχι και πάνω.
Κάθομαι ύστερα κάτω
γράφω αυτά που γράφω
και το σπίτι με παρακολουθεί
το ταβάνι του φτιάχνει κύκλους
το πάτωμα βγάζει αγκάθια
οι μουσικές τρέχουν αίμα.
Κοιτάζω με τη θολή ματιά μου έξω
κι εχει σκοτεινιάσει.
Τα φαντάσματα επιστρέφουν.


25/4.014(20:11)

Τρία ηλιοβασιλέματα

τα σύννεφα κουρνιάζουν
πάνω απο το σπίτι μου.
Κουρασμένο μου νιάτο
νιόφερτε έρωτα
σπασμοδικέ παλμέ,
η κρίση σου στις φλέβες μου
κρατάει τρία ηλιοβασιλέματα.
Ύστερα η πυκνότητα της δίψας,
γίνεται νεράκι της βροχής και φεύγει
σκέψη ελαφρυά
που την καταλαβαίνουν όλοι,
ιδιωματισμός χιλιοειπωμένος
ώστε να σου ξεφεύγει,
μια γλώσσα τοπική
που δε γνωρίζει πόλη.


21/4.014(01:31)

Λεξικό συνονύμων

Λεξικό συνονύμων.
ο σχηματισμός των συννέφων
η παλέττα του γκρί
η φτερούγα ενός πουλιού
ο καπνός στα πνευμόνια.
Μπές λίγο μέσα τους,κι αν νιώσεις,
θα σε πληρώνω αιώνια.


18/4.014(19:28)

Κενά γεμισμένα

η σχέση που αναπτύσσουμε
οργώνει το ταβάνι,
είμαι μόνος κι είστε μόνοι.

Επιμερίζω τη σκέψη μου
μέσα σε ζωές διαφορετικές
πιάνω στα χέρια τις μνήμες τους
και τους δίνω δική μου ανάσα.

Σπαταλάτε το χρόνο σας
σε μια ολόϊδια χαραυγή
τα νερά της ταξιδεύουν τα πόδια σας
και σας παίρνει τη δική σας ανάσα.

Χρέος μηδέν.Κάδμειος νίκη.
Κενά ολονών γεμισμένα.


18/4.014(19:14)

Πάλι εξαφάνιση

το πρωϊνό ξύπνημα
φώναζε ομορφιά,ομορφιά,ομορφιά
μα εγω πήρα τα μάτια μου
απο επάνω της
και τα έριξα
στο στιγματισμένο σου δέρμα
στην κοροϊδία χίλιων καημών
στα εξημερωμένα σου χαμόγελα
στα ανεπίτρεπτα αγγίγματα
και στις ελπιδοφόρες ομιλίες.
Τίποτα,τίποτα,τίποτα,
χάνονται ολα πριν το ξημέρωμα
στην γρήγορη πάλι εξαφάνιση
στην εναλλαγή των τοπίων
και στην εσωτερίκευση των πράξεων.


18/4.014(13:37)

Δεν πειράζει

Απόψε ξέμεινα απο “δεν πειράζει”
τα χείλη μου σταμάτησαν να το προσφέρουν’
κάντε ησυχία,τους λέω,επάνω βρέχει
κι η καρδιά μου τ’ακούει και στάζει.


17/4.014(23:05)

Χαμός

Δεν θα χαθούμε μου λες
κι ακαριαία ξεκινάει ο χαμός.
Κουβέντες που ειπώθηκαν διαλύονται
κι οι βόλτες που γίναν στη λιακάδα,μούσκεψαν.
Τα γραπτά μας,ξεχάστηκαν
κι ας ήταν περήφανα την ώρα που λέγονταν.
Ήταν η τυχαία στιγμή
που απο μίλια μακρυά έγιναν ενα.
Το μεσημέρι που σκύψαμε στην ανάγκη μας
και το βράδυ που σπάσαν τα όρια.
Μα τι όμορφο συναίσθημα που ήταν,
η ελπίδα στο σκοτάδι να χάνεται.
Μα εμείς,μου λες,δε θα χαθούμε
και ο χαμός ξεκινάει ακαριαία.


17/4.014(20:36)

Καθημερινή ανάγκη

Το βράδυ αρχίζει να ξεκοκκαλίζει
τα σπλάχα του πρωϊνού,
που καθώς πλησιάζει
με νυσταγένα νύχια,
γδέρνει το στήθος του απογεύματος.

Ας σπάσουν λοιπόν τα όρια
κι ας γίνει ολο αυτό μια καθημερινή ανάγκη,
που ενω ζητούσε στην αρχή πολλά
στο τέλος αμφισβήτησε τα πάντα.


14/4.014(22:54)

Τελευταία χάπια

Μείνανε δυο χάπια
για να τελειώσει ο μήνας.
Ξυρίζομαι ενδιάμεσα
και κανείς δε με γνωρίζει
με γένια.
Τετάρτη βράδυ
σε λίγο μεσάνυχτα,
μα μοιάζει έξω
να ξημερώνει Κυριακή.
Ατόφια θλίψη.
Καθαρό συναίσθημα.
Αντρίκια οπισθοχώρηση.
Ειλικρινής ανησυχία.
Σήμερα ολη η μέρα μου
έχασε τα πάντα της.
Τη λάμψη της,τη δημιουργικότητα
τα βήματα εμπρός
το ήρεμο κοντινό μέλλον.


9/4.014(23:24)

Μη φεύγεις

Οχι,οχι μη φεύγεις.
Μιλάμε ώρες τώρα για χρόνους παρελθοντικούς
και για ενα μέλλον που δε θα προλάβει
να μας χτυπήσει την πόρτα.

Οχι,οχι μη φεύγεις.
Ανταλλάσουμε ματιές στους καθρεύτες μας.
Μίλια μακρυά, φωνές αναμεσά μας μπερδεμένες.
Μοναξιά στα δωμάτια μας, χαμηλά φώτα.

Δε μιλάς για εμένα,ετσι;
Δε μιλάς για εσένα,έτσι;

7/4.014(00:14)