Έρχονται κάτι συνειρμοί που γρήγορα χωλαίνουν.
Τεντώνουν και μαράζουνε την έρημη σκιά τους.
Σαν τα καντήλια στους ναούς που ατέλειωτα σιωπούνε.
Τότε που σαν μικρές πληγές σκάλιζαν τη χαρά τους.
Και κάτι τρυφερές ματιές που σύντομα θολώνουν.
Κοιτάνε κι αποστρέφονται της νιότης μου τη μνήμη.
Σαν τότε που αγαπήθηκαν σκυφτά μέσα μου όλοι.
Οι στερημένοι έρωτες, τα θλιβερά μου πλήθη.
Και της ψυχής μου η ζεστασιά αρχίζει κι αγριεύει.
Κάθε φορά που σκέφτομαι να την αναθερμάνω.
Καθώς ο πόθος έρχεται προτού να ηρεμήσει.
Η ανάγκη της καρδούλας μου να την ξαναμαράνω.
21/3.015(12:00)