Βγάζω μια φωτογραφία στο ιδρωμένο δωμάτιο.
Είναι ασπρόμαυρη, με κόκκο καλλιτεχνικό.
Μόλις δροσίστηκα, μα δε σαγηνεύω διόλου.
Τους τελευταίους μήνες, αποφεύγω να ξυριστώ.
Να αντιμετωπίσω την αδελφή μέσα μου.
Την κακοποίηση των γονέων.
Το ξύλο που έτρωγα στο σχολείο.
Το κατουρημένο μου στρώμα.
Σε λίγο με καμάρι, θα τη δώσω να την δούν.
Κάποιοι τρέχουν να χειροκροτήσουν.
Κάποιοι να με συγχαρούν.
Να μου χαϊδέψουν στοργικά την πλάτη.
Φίλε, το σήμερα άξιζε, είχες μια πρόοδο.
Γυναίκες κουρασμένες απο τους άντρες τους
θα σου χτυπήσουν την πόρτα.
Μικρά κορίτσια, άβγαλτα, θα τυφλωθούν.
Κι έτσι Εγώ, ο υιός του μάταια παντοτινού.
Ο θεός των έξω, το εσώτερο τίποτα.
Για μια στιγμή θα αποθεωθώ.
Σωροί κορμιών, μυρωδάτων πτωμάτων.
Πλήθη ακόλουθων σακατεμένων ψυχών.
Ίδιων με μένα, να προσκυνούν.
Το ολότελα άδειο, το αδηφάγο κενό.
Όλα εκείνα τα μηδέν, που νομίζουνε πως..
21/2.015(17:10)