Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 110. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 110. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Του δωδεκάτου (β)


Ο χρόνος εδω μέσα
ξεκινάει την πρώτη του Δεκέμβρη.
Μουσικές και σιωπές
αφόρητα δυνατές κι ανήσυχα σιγανές.
Το γέλιο και κλάμα.
ολονύχτιο,λίγο σάλιο
ολονύχτιο,σα κρεμάλα..
Συντροφικότητα κι άγνοια
το ρόζ σύννεφο αγκαλιάζει το μπλέ
και κρύβονται πίσω απ’τα βουνά
ενα κάστρο σιδηρό,  εξω βρέχει
κι αυτό σφίγγει τα δόντια του.

Η αρχή και το τέλος
η επανάληψη της επανάληψης
ολα αυτά τα ίδια,τα ελάχιστα εκείνα
πέντε να’ναι..,δέκα;  - τυρρανία
πέντε να’ναι..,δέκα;  - ευτυχία
καπού εδω καταλήγουν
κι απο εδω ωριμάζουν.

5/12.011(17:12)



κι όλα εκείνα μπροστά μου ,
όλα τα κορμιά που πέσαν για να φάω,
τα κοιτάζω εμπρός μου.
Ενα χέρι απο τον αγκώνα και κάτω ψήνεται.
ούτε το κόκκαλο δε θα μείνει.
Ύστερα θα το φάω.
Γλύκισμα με σταχτόνερο η ερημιά μου.
σαν σήμερα,εδω.σαν αύριο
άψυχα κορμιά χωρίς σκέψη,
δίχως ελαφρότητες και βάσανα.
Αν ανοίξεις το νότιο παράθυρο,
η φωτιά ημερεύει 
και το δωμάτιο καθαρίζει.

20/12.011(14:48)




Σήμερα έκανα μπάνιο με βρεγμένο χαρτί.
έπλυνα οτι πλενόταν,με χώμα
κι αφού κοπάνησα με μια βίτσα τον αέρα,
αυτός καθάρισε.

Ο ήλιος έλαμπε εκεί έξω
κι οι ακτίνες του,
κάνανε μπλέ κι άσπρο τον ουρανό.

Πιο κοντά,
οι ακτίνες γίνονταν πέτρες 
και χώμα και πρασινάδες
λίγο πιο πίσω εγώ
πιο πάνω ο ήλιος.

21/12.011(11:51)





3 μήνες


Δαδί το δαδί η νύχτα ημερώνει.
το γαιδουράγγαθο ανθίζει και βγάζει μέλι.
σκιές πάνω απ’άλλες σκιές.
ο τοίχος αναγκάζεται να υποκύψει.
το κερί γυρίζει γύρω-γύρω.
ενας δορυφόρος θανατηφόρος
σκοτώνει το φώς της μέρας,τα παράθυρα κλείνουν.
οξυγόνο θα βρεί και θα θάψει,
τις ώρες,τις μέρες,τα θραύσματα του πάγου λιώνουν.
η πόλη που σε γέννησε συνεχίζει απο τότε να σε τρώει.
η βροχή,που όταν ήσουν νέος, δρόσιζε
τώρα θυμίζει τα περασμένα χρόνια.
τα χρόνια που πέρασαν,
εδω μέσα,κι εδω μέσα ολόγυρα.

αγγίζεις τον ήλιο κι η σελήνη εξατμίζεται.
πουθενά τα όπλα της,κι εσυ παγωμένος.
η νύχτα θα μαυρίσει ενω εσυ θ’αφήνεις πίσω
όλα τα σημάδια αυτά που κάποτε
σε έκαναν πελώριο μέσα στις σκέψεις σου.
τεράστιο, μέσα σε φαγωμένα νύχια.
λίγους στίχους, κρεμασμένο.

30/09.011(15:27)



ενω βρίσκομαι εδω στο τίποτα
δε νιώθω λεω,δε μιλάω
κι ανθρώπους δε θέλω’

Ύστερα απο λίγη ωρα βλέπω,
πως το μονο που κοιτάζω,
..είναι ολα να τα θέλω.

Υπερβολές πάνω στα ίδια λάθη,
σε παλιότερα μου θέλω.
Στις ίδιες καθημερινές ανάγκες.

Ολόγυρα σκέψεις
η μια κατάσταση,
υποδέχεται την επόμενη στιγμή
για να σκοτώσει.

Μυρίζει σάρκα τριγύρω
η μια μπουκιά,
θα φέρει κι άλλα στόματα
για να φάνε.

Ξανά και ξανά και ξανά..

30/10.011(20:53)



Σβήνω τα μάτια κι ανάβω κεριά
το δωμάτιο πλημμυρίζει με χαμηλό φώς
κοιτάζω λίγο αριστερά στα φώτα της πόλης
αυτα τα φώτα τα ανέκαθεν,τα δεδομένα'
σα να επιτέθηκαν στο σκοτάδι
κι η συνέχεια της ιστορίας,ξαφνικά αλλάζει
πηγαίνει πίσω μπρός στις εμπειρίες
και σε ζωές που έχει ανταλλάξει.
Τα πάντα γύρω μου γυρίζουν
αφήνουν ίχνη,σβήνουν ίχνη..

3/11.011(20:47)





Χαμένοι μακάρι


βραδυνή ονείρωξη αυτή η πόλη
με κοιτάς παράξενα
ίσως και με νόημα,
μα δε μπορώ να βοηθήσω.
Χάσιμο αυτή η πόλη,
εραστές χαμένοι
τα χαμόγελα πέφτουνε κάτω.
Πλημμύρισε ο αέρας με μαλλιά,
αρώματα,
αισθητή ματαιοδοξία.
Κανείς δεν ανήκει σε κανέναν.

13/09.011(22:57) αηδίες.


Μακάρι να ήθελα να γνώριζα ,
λίγο περισσότερο σώμα και
ελάχιστο πάνω,απο την μετριότητα αυτή,
πνεύμα.
Κύτταρα κυττάρων ,μεγαλώνω με μακάρι
να ένιωθα ,να έκλαιγα ακόμα
μακάρι..
να στίβαζα στιγμές που να θυμίζουν χείλη.
Η ελπίδα,στον ήλιο,να καίγεται.

Μακάρι να μπορούσες να γνώριζες
λίγο περισσότερο σώμα και
λίγο λιγότερο,απο το ασθενικό αυτό πνεύμα.
Τα ύψη και τα βάθη, 
σβήνεις στο τρίτο ηλιοβασίλεμα
κι ας ήλπιζες ελάχιστα, κι ας ένιωσες
κι ας χόρεψες στα δυο σεντόνια που μυρίζαν άμμο.
Η ελπίδα,στα σκοτεινά,να χάνεται.

25/09.011(16:01)



Κάπου πιο εξω απο εδω θ’αρχίσεις να κρυώνεις.
μα περισσότερο εδω μέσα,χειμώνα μου θυμίζει
παρα κατάντια μεσημεριού’
Κάπου πιο πέρα απο εδω,
σου είπαν θα κρυώνεις
λίγο πιο πέρα απο εδω κι εκείθε παραπέρα
μα σαν τα βότσαλα που σπάνε μπρός στα μάτια σου
ετσι κι αυτό,θα σπάσει σα πλησιάζεις’
Δεν έμεινε τίποτα σ’ετούτη τη ζωή να μην εξουσιάζεις
μονάχα μια ανατριχίλα σπασμοδική
λίγο χαόδης,μα μόλις γεννιέται πεθαίνει.

28/09.011(15:22)





Άχαροι έρωτες


αι ποιηταί και αι μουσικοί
πάντοτε έρωτα θα βρίσκουν πεταμένο
ολόγυρα απλωμένο σα τον τραχανά.
Σπόρια στήθη, σπόρια πόδια, σπόρια όλα’
Αι ποιηταί με θρήνο αποδιωγμένο
θα εξιστορήσουν τα έξυπνα του θάνατου τεχνάσματα
γλυκές οι λέξεις, γλυκό κρασί θα περιμένει
Κι αι μουσικοί με τόνο βαρύγδουπο,
με την πένα θα χλευάζουν της ζωής τα ψεύτικα
βαρυές οι νότες, βαρύ κρασί μας περιμένει.
________
Και κάπου εκεί,κι ο άσκοπος έρωτας
ο παραπεταμένος φίλος του κρασιού, μας περιμένε
μήπως να πιεί μια γεύση απο την γλώσσα μας
μήπως και να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα
πως νιώθει άσχημα, η αγωνία.
Και κάπου εκεί,ο έσχατος οίστρος
ο παραπεταμένος φίλος του κρασιού μας περιμένει
μήπως και γράψει της φράσης μια σειρά και γεράσει
μήπως και να αδειάσει το κεφάλι του εδω μέσα
πως νιώθει άσχημα,
αυτή η αγωνία..

31/08.011(16:48)


καθε φορά,θα είσαι ο πέμπτος άνθρωπος που γνωρίζω στη ζωή μου,
ο πεμπτος και ο πιο απορριπτέος
για τους άλλους τέσσερις κουβέντα δεν κάνω
τα λόγια περιττεύουν μαζί με τις πράξεις τους.
Πάντα θα είσαι ο πέμπτος,
ο πιο αγχωμένος στη ζωή μου αν κρατήσω
μα πάντα το ψεύτικο θα ελπίζω
πάντα το υποδουλομένο παιδί στη ζωή μου
θα συμμορφώνεται στο τίποτα μεσ’την ζωή μου κι ύστερα
θα γεννάς άσχημα παιδιά
ξεχαρβαλωμένα κάδρα της ζωής μου
υστερίες κι αγώνας για αίμα.
Τίποτα σε πληροφορώ δεν θα γυρίσει πίσω
θα είσαι πάντα ο πέμπτος
ο πιο ευχαριστημένος
ο πιο δυστυχής
ο πιο κίτρινος μέσα στο ηλιοβασίλεμα που βλέπω
κι έτσι λοιπόν,
κατάρες μαύρες καθρέφτες σπασμένους
θα δέχομαι για μια ζωή κι ας μη το ψάχνω.

4/09.011(19:31)



ποτέ,
τίποτα δε μου'λειψε σ'ετούτη τη ζωή
σαν όλα να με ήθελαν
και μέσα απο τα βάσανα και τους καπνούς
ολα την τελευταία στιγμή με έβρισκαν
λίγο ζωή να ζωντανεύει την ερήμια μου
και λίγος θάνατος να απαλύνει τις πληγές μου
σαν όλα να'ρχονταν κάθετα,
και σα να φεύγαν οριζόντια
λίγη χαρά και λίγη θλίψη
ανταλάσσοντας κουβέντες,
συνεχίζουν να τα πίνουν.

7/09.011(19:35)





Τελευταία κατοικία (2/..)


έγραψα το πρώτο ποίημα σε αυτό το σπίτι,
σε αυτο το σπίτι που μπορεί να μην ελπίσει'
η γεύση απο το στόμα μου εδώ μέσα στα χρόνια
κι οι ελπίδες ενός έφηβου
που κρίθηκε μια μέρα που’χε σκόνη.

λοιπόν εδώ, κι ακόμα παραπέρα βλέπω
δυό άδειες καρέκλες κι ενα βρώμικο στρώμα
υποδέχονται τις λύπες
και κυρρήσουν την αυγή, 
που έρχεται τo γιόμα.

17/08.011(18:59)


εκατό ημέρες σε ξένο τόπο.
αλλιώτικη οδό
διαφορετικά πρόσωπα
Και μετά απο τρείς μέρες σε τόπο γνωστό απο τα περασμένα,
τα φαντάσματα μοιάζουν ανίκητα
πολλαπλασιάζονται καθημερινά
κι απολογούνται.
Μα δεν αντέχω τις κουβέντες και τα έργα τους
οι τρίχες απ’τα μαλλιά που τράβηξαν,
όλες σάπισαν 
κι εγω να ελέγχω κάθε λεπτό την αναπνοή μου
κάτι αλλάζει..

10/08.011(11:59)

Τελευταία κατοικία (1/..)


η ματιά του φόβου μου,
σκίζει αθόρυβα τις κουρτίνες
ενα αγγιγμά της πάνω στο γυμνό κορμί του,
γεμίζει το ποτήρι μου με κρασί

κι αρχίζω με την σειρά μου ν’απολαμβάνω
ψεύτικα μάτια, ψεύτικα λόγια
ήρθε η ώρα να πληρώσω τα χρόνια
να αισθανθώ αυτά που παλιότερα χρέωνα
να γεφθώ την γλώσσα της πίκρας
την στιγμή ενός λεπτού
που μια τσιμπίδα καυτή,
τυρρανάει να βγάλει την καρδιά μου

και σάμπως να’φυγε η ψυχή μου,
μέσα απο τα σφιγμένα μου δόντια

στέκω σαν το άδειο παλτό
καμιά ψυχή
ολότελα κενός
άδειος απο γοήτευση.

15/08.011(23:31)


να γράψω, να γράψω
με σπρώχνουνε σε παραστάσεις
που θεατές δεν υπάρχουν
κι εγω εχω πεί, πως δεν απολαμβάνω
μ’αυτοί εκεί,μια μονάδα -παρουσία ασθενών-’
_______
κι εγω να ελπίζω
ν’ανασαίνω κάθε μέρα και πιο λίγο
μια κόλα χαρτί και λίγη μελάνη
κι η προσμονή της ξαφνικής συνάντησης
μια ερωτοτροπία
που βρίσκεται και χάνεται
πατώντας λάσπες και μυρίζοντας λουλούδια
ενα μπρός
κι ενα πίσω
μια σαχλή βόλτα στην εξοχή,
κι ενα χάδι το βράδυ μέσα απ΄το πλαστικό χαμόγελο’
_______
έτσι κατάντησε η ζωή κι ας μη το λένε
κι ας μη θυμούνται οι καρδίες, σακατεμένες
θηρία τα όρια, θηρία κι οι ελπίδες
βοσκάνε μέσα μας,
σα κοιμησμένα να’ναι..

17/08.011(18:36)



Σημειωματάριο χωριού


κι αν δε με ηρεμεί
ο ήλιος που απλώνει τα χέρια του
μεσα στα πυκνοφυτεμένα φύλλα
ο καπνός του τσιγάρου
και τα κρόσια του καιρού στην πέτρινη βρύση
τότε τι με εξουσιάζει;
τι’ναι αυτό που τους παλμούς μου ανεβάζει
μέσα σε άγχος και κάνει την μύτη μου να τρέχει;

μήπως μ’ενοχλούν τα σπαρμένα φυτά
κι η σαύρα που παίζει στον ήλιο;
δεν ξέρω.
τις αλήθειες              ..δεν ξέρω..
αν τελικά πιστεύω κάπου, σε κάποιον
κάπου το χάνω
κάπου αμαρτάνω
κάπου κυλιέμαι
και κάπου ψεύδομαι σε αυτά που γράφω
(όλα αλήθειες)
σα να’μαι άνθρωπος φθηνός
και δε βαριέσαι..

18/07.011(10:12)


τελικά τι είναι η φιλία ανάμεσά μας;
τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει;
τι είναι;
σαν μια γροθιά ενωμένοι,θα στηρίξει
ο ένας τον πόνο του αλλουνού;

μα με ενοχλούν κάποιες σκέψεις
που στο μυαλό μου φυτρώνουν κάθε τόσο

πόσο με λυπεί αυτή η εικόνα
και πόσο τον λαιμό μου στεγνώνει

καθώς ενα μαχαίρι βλέπω να υψώνεται
κι αφρίζω σάλια κι αίμα

ακούω φωνές βρισιές
κι ενα αισχρό συναίσθημα για τέλος

δεν το θέλω να το ακούω
να το νιώθω

μα το βλέπω.

21/07.011(13:50)



Καλοκαιρινοί κύκλοι (β)


χίλια ενιακόσια ογδόντα,
                      ογδοντα-ενα, ογδοντα-δυο, ογδοντα-τρία
ογδοντα-τέσσερα, ογδοντα-πέντε, ογδοντα-έξι, ογδοντα-εφτά
η αντίληψη του κόσμου μακρυά απο ανθρώπους
μοναξιά θυμάμαι και την έγνοια των άλλων

χίλια ενιακόσια ενενήντα,
                      ενενηντα-ενα, ενενηντα-δυο, ενενηντα-τρία
ενενηντα-τέσσερα, ενενηντα-πέντε, ενενηντα-έξι, ενενηντα-εφτά
αυτή η στροφή η αναγκαστική
τραβάω στη μέση του δρόμου χειρόφρενο
αλλαγή κατεύθυνσης, υποτροπή

δυο χιλιάδες,
            δυο χιλιάδες-ενα, δυο χιλιάδες-δυο, δυο χιλιάδες-τρία
δυο χιλιάδες-τέσσερα, δυο χιλιάδες-πέντε, δυο χιλιάδες-έξι,δυο χιλιαδες-εφτά
μοναξιά.., έρωτας και στο τέλος η αγάπη,
θάνατο θυμάμαι μετά την τρίτη μέρα

πέντε Ιουλίου δυο χιλιάδες ένδεκα
ζέστη πολύ,αφαλάτωση
σκυφτές οι σκέψεις
τι κατάφερα ; ;

5/07.011(15:13)


αντίκρυ απο το βλέμμα μου
τέσσερα νεκρά λουλούδια
ο χώρος δεν μυρίζει
μα οι τοίχοι έχουν καταπιεί την σιχασιά του τόσα χρόνια'
ρωγμές ανάμεσα στους τοίχους γυαλίζουν
είναι ζωντανοί και τρέχουν αίμα
ενα γυάλινο τασάκι,μια τρύπια πετσέτα
κάποιος ξέχασε να φύγει απο εδω μέσα
κι έτσι πλέκω,περιπλέκω την συνήθεια
που οι άνθρωποι συνήθως ονομάζουν θλίψη
και γοητεύομαι μαζί της.
ξεχωρίζει τους ορίζοντες και γνέφει
καθώς πλέω μεσ’τις φλέβες της γυμνός
και ξεχνιέται το μυαλό μου μεσ’τους μήνες.

16/07.011(12:20)



Καλοκαιρινοί κύκλοι (α)


άλλος προς άλλον είπε ο ποιητής
και πρίν βήξει απ’το τσιγάρο
τράβηξε μια τζούρα ποτό και ηρέμησαν όλα'
καθισμένος εκεί,με χαμηλή μουσική, τον κοιτάζω
εικόνες εδώ, εικόνες εκεί
απογοήτευση
ο χώρος που στέκεται,η ραχοκοκκαλιά του
στριμώχνονται όλα,ενοχλούνται
η ημέρα, το φώς της, οι σκέψεις του'
λόγια σκληρά ειπώθηκαν, το ξέρω'
λόγια, λόγια πικρά
κοιτάζει κάτω, σκυμμένος ώρα
τέσσερις πληγές σε κάθε βλέμα
πόσο σκληρός μπορεί να είναι;
τι πληγές;  σε ποιά βάθη να φτάνει;
και πως έτσι κατέληξε, σκέφτομαι'
κάποιοι άνθρωποι λένε
πλήθος μέσα στο πλήθος
ανθρωπάκια
που ματαίως δεν γνώριζαν είπαν
30χρονοι ψεύτες
σκλαβιά μ’ελευθερώνει,ξεφυσάω να ηρεμήσω
αυτός εκεί ακόμα σκυμμένος
με χαμηλή μουσική κι εγω τον κοιτάζω.

08/06.011(13:24)


αστείρευτη καλλονή αυτό το χώμα που πατούμε
ενα σπίτι γυμνό,
ενα στέρνο καφέ
μουσική, ποτά, τσιγάρα
και κάπου προς τα πάνω τα σαγόνια,
κάποια ουρλιαχτά
παντού εικόνες
πίσω απ’το νερό
κάτω απο τα βράχια.
σα να λέω
σώσε με..  σώσε με..  σώσε με..

17/06.011(01:37)



ουρλιάζει σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία
δίνει ολο της το είναι να τυπωθεί
κόκκοι,σκόνες,καπνοί
δίνει ολο της τον κόσμο να φανεί
λίγο αίμα,τσάμπα σπέρμα.
ανίκανος κι ο ιδρώτας
όλα χάνονται μέσα στο στόμα της
ανοιχτό για κανέναν σχεδόν
αφελής,μικρή καρδιά,ολόκληρες μέρες

του έρωτα τα χάδια τα σιχάθηκα
όλα καλά με τους ανθρώπους της άνοιξης
τους ανθρώπους του ήλιου τους βαρέθηκα
όλοι εδω ξενυχτάνε μαζεμένοι σε γκαζόν
μουσικές,ποτά,έρωτες μεσημβρινοί
ολα καλά κι όλοι καλά.


26/06.011(17:17)






Προσεδάφιση



αυτές τις μέρες,αυτές τις μέρες
παράθυρα ανοιχτά και σκόνη παντού
τα κλείνω, αλλα αρνούνται να κλείσουν
στο σκοτάδι γεμίζω με κεριά
την ημέρα λιώνω δίχως σκέψη
πέρασαν μέρες, χωρίς μοναξιά
καθημερινή συναναστροφή
αυτό ζήτησες απο το μέλλον;  - οχι.
μήπως ζήτησες πλακάκια και ψάρι;  -οχι.
ίσως να’θελες ηρεμία,χωρίς τηλέφωνα, φωνές
κι ίσως την βρήκες
υποτονικά πιο γρήγορα
χωρίς καν ψιθύρους
αρκετή απάθεια, νεκρά ζωήφια
μάπα,σκούπα,απόγνωση
κανένα συναίσθημα.

Ακόμα κι η μουσική εξαφανίζεται
συναίσθημα συναίσθημα, συνάισθημα
τίποτα..
(διώχνω τους πάντες,επιστρέφω εδώ
αόριστος)

21/05.011(14:21)



Ωραία η πρωινή Αθήνα.
κάποιοι ακόμα κοιμούνται
κάποιοι μόλις έκλεισαν την πόρτα
κάποιοι μόλις έφτασαν
και κάποιοι πέθαναν.
μαζεύονται όλοι, η ένωση.
Αχαρνών και Θήρας.
σαν όργανα που αναπνέουν
κρατώντας σφιχτά τα χέρια τους
τι μοιραία ήττα,αυτή η ομαδοποίηση
συνοθύλευμα και μπέρδεμα
όλοι ένα.

22/5.011(±09:30)



κι αν τελικά
τα πιο απαραίτητα
συγκεντρώθηκαν όλα εδώ
αν έτσι ήταν να γίνει
εδώ,κι απο πάνω, να σου μείνουν όλα
ίσως να’ναι οι μέρες να πεθάνω
εχθές πάλι το βράδυ
έβλεπα το στεφάνι στο ταβάνι
ένιωθα την σιωπή στους τοίχους
ολόλευκα όλα κι εγώ μονάχος ,αλλα ζεστός
ήρεμος,μέσα σ’ολα και σ’όλα απ’έξω
οι μουσικές, όλα τα υπόλοιπα
ολα αυτά εδω που γράφω
κι όλα όσα χορεύω εδώ
όλα αστεία
κι όλα να κλαίνε
ποτέ ποτέ ποτέ μη ρωτάς
απλά απάλυνε τον πόνο σου.

4/06.011(14:02)