Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Όμορφοι άνθρωποι

Οι όμορφοι άνθρωποι βάζουν
εμπρός τα χέρια όταν κλαίνε
Χειροκροτούν και δέχονται αγάπη
Δεν υπάρχει ψέμα
Δεν υπάρχει νόημα στο ψέμα
Κι έπειτα όμορφοι πίνουν τα χάπια τους
Όμορφοι θάβουν τα παιδιά τους
Όμορφοι κόβουν τις φλέβες τους
Μα ευτυχώς πρίν απο αυτό
Μας έμαθαν τους τρόπους
να περνάμε μέσα απο την φωτιά
Μας έδειξαν πως ανοίγουν τα χείλη
Κι έπειτα τρέμει το πάτωμα
Ανοίγουν τα χέρια
Αναγνωρίζουν
Αποδέχονται
Αγαπούν
Κι έπειτα φεύγουν
Κι έρχεται η σειρά μας
Να αλλάξουμε εσένα, κι εσένα
Να πάρουμε τα χάπια μας
Να θάψουμε τα παιδιά μας
Να κόψουμε τις φλέβες μας
Να βάλουμε εμπρός τα χέρια σαν θα κλάψουμε
Μα κι έστω ένας σας να θυμηθεί
Τον τρόπο που του μάθαμε
Να καίει μέσα του η φωτιά..


27/8.017(12:45)

Αγκαλιά

Στ´ όνειρό μου
Πήρα αγκαλιά τη μαμά 
Και τον μπαμπά μου
Που πρώτη φορά αγκάλιαζα
Και πρώτη φορά τους ονόμαζα
Μαμά και Μπαμπά
Ξύπνησα πνιγμένος
Με δάκρυα χαράς


25/8.017(11:42)

Φόβος

Φοβάμαι να αφοσιωθώ, κι έτσι ολισθαίνω
Φοβάμαι να φύγω μακρυά σου
Κι έτσι κράταμε σφιχτά μέχρι να με εγκαταλείψω
Φοβάμαι να αλλάξω αυτό που ζώ, μα κλείνω τα μάτια
Φοβάμαι πως το έχω ανάγκη, κι έτσι υπεκφεύγω
Φοβάμαι να σκοτώσω τους γονείς
Τα άσχημα μου κομμάτια
Μα φοβάμαι να αγαπήσω
Τα όμορφά τους κομμάτια
Το στρώμα που κατούρησα τον τρόμο
Όταν με δείχνεις, φοβάμαι
Κι έτσι ανοίγω πανιά στην τιμωρία
Όταν κοιμάμαι με κουρασμένα μάτια
Φοβάμαι να νιώσω την ιδέα της ελευθερίας
Φοβάμαι να κλείσω το στόμα
Και να δέσω τα χέρια
Κι έτσι φοβάμαι ν’ αλλάξω
Κι όσο φοβάμαι, χάνω εμένα
Χάνω ανθρώπους
Κι όσο φοβάμαι, θυμώνω
Όσο θυμώνω, ξεχνάω
Κι όσο θυμώνω, απορρίπτω
Όσο θυμώνω, φοβάμαι εμένα


24/8.017(00:45)

Ενα γιατί

Κάθε πρωί αξημέρωτα
Ξυπνάω στον ύπνο μου γυμνός
Τα φώτα ακόμα ανοιχτά
Κι ένα τσιγάρο άκαφτο να περιμένει

Τέσσερα μάτια κρεμασμένα στη βροχή
Τρείς κουβέντες ανθρώπινα απλές
Δύο σκέψεις προσμονής
Κι ενα γιατί, στην πόρτα αργοπορημένο



21/8.017 (05:25)

Πιο μόνος

“δεν είχα ποτέ παιδική ηλικία
πεθαίνω από καλοσύνη συνέχεια”*
Βγάζω κάποιες στιγμές τα νύχια των ποδιών μου
με την τανάλια
Και τα καρφιά στα αυτιά μου 
παγώνουν το κερί
Μεγάλωσα και ένιωθα να ξέρεις, εσυ
Ακούς
Θλίβεσαι ή ποθείς
Με νιώθεις και με λυπάσαι
Με νομίζεις θεατή της ζωής σου;
Εραστή της φυγής στο κατουρημένο μου στρώμα
Νευρικός και τραχύς
και
“είσαι τέλειος, είσαι τέλειος, είσαι τέλειος”
Ονομαστής και παρανομαστής..

Όλο πιο μόνος
Κι όλο πιο μόνος


17/8.017(19:29)

*στίχοι του Γιώργου Ευθυμίου

Ανέπνεες

Παλινδρομώντας σε μια παιδική ηλικία
Ανάμεσα σε θέρμη και ψύχρα
Σε πρωινό φώς και πρωτοσκόταδο
Σε σκέψη και πολλές φορές άγνοια συναισθήματος
Σε χέρια που καίνε και πόδια υγρά απ’την θάλασσα
Ξυπνάω το βράδυ βρεγμένος με έναν προστάτη στο πλάι μου

Χριστέ μου ανέπνεες
μα κάποια στιγμή ένιωσα μόνος


15/8.17(07:27)

40 υπο σκιά

Πλατεία εξαρχείων
Απο που είσαι;
Εδω μένω
Α, έλληνας
Δευτέρα μεσημέρι 40 υπο σκιά
Ούρα και σπασμένα όνειρα 
Περασμένο σαββατοκύριακο
Κολλημένα στις πλάκες
Μοιάζει με κάτι σαν τέχνη ζωγραφικής
Ξεπλυμμένη πλατεία
Πολύ μύγα 
Συντηρούνται κι αυτές
Ο ένας στον άλλο ζητάμε συγνώμη
Για εναν κώλο πιο πέρα
Ανάμεσα στις τρύπες του ήλιου
Ήρθε κι ο Θόδωρας
Η ζέστη του θυμίζει την φυλακή
Τον τρίτο όροφο
Δεν ξέρεις τι είναι μου λέει
Να μην μπορείς να βγείς απο κει μέσα
Να τρελαίνεσαι απ´τη ζέστη
Να χτυπάς το κεφάλι στον τοίχο
Και αυτή η φωτία του ήλιου
Να σε σπάνε ως άνθρωπο
Την υπόστασή σου
Πάντοτε χρησιμοποιούσε λέξεις καλές
Η Ντίνα καρφώνει στα μάτια εναν αφγανό
Χαιδεύει το πέος της
Έπειτα φτύνει



7/8.017(14:51)

Ανάποδα

Οι ώρες μετράνε ανάποδα
Χτύποι της καρδιάς εσωστρεφείς
Σαν να αναβιώνω το παρελθόν
Αποφεύγω τον ήλιο σαν τύψη
Φρίκη αλήθειας και 
φρίκη αγάπης
Οριακά
Παρά ολα αυτά
Παρά όλα εκείνα που τις φλέβες φουσκώνουν
Που το μυαλό κάνουν θολό
Εν βρασμώ και συγχρόνως εν ψυχρώ
Που με βιασύνη το τρυπάνε
Θρέφουν το τοπίο του θυμού
Και ξεσπάω
Στο πρώτο αίμα, το πιο κοντινό
Βία στην βία μεταφρασμένη
Βία στην βία τα δόντια μου κόβουν το κρέας
Τα χέρια μου γιγάντια 
Τα μάτια γεμίζουν το δωμάτιο φόβο
Αναπαραγωγή του σκοταδιού
Του σκοταδιού εκείνου που δεν έχει βάθος
Εκείνου που δεν ψάχνεται κι εκείνου που δεν βρίσκει
Κι όπλο γίνεται στρεβλό
Κι έπειτα απόπειρα
Ξανά
Κι έπειτα χάος για μέρες
Κι έπειτα όνειρα ξέφτια
Κι ύστερα ώφελος το τέρμα
Κι ατέρμονοι κύκλοι
Τηλέφωνα σε γιατρούς
Αίματα
Και ξανά όνειρα
Και ξανά αίματα
Και γιορτές κηδείες
Και χαμόγελα
Και αγέννητα γεννημένα παιδιά
Σε τρείς μέρες σε λάτρεψα αν θυμάσαι
Σε άλλες τρείς, μέτρησα ανάποδα
για να γυρίσω
Μα ήταν σκοτάδι και έλειπες
Ήταν βραδιά ερημική και χανόσουν
Παλιέ μου εαυτέ
Πατέρα μου κόσμε
Μητέρα ελπίδα


3/8.017(21:05)

Στρωμένο κρεβάτι

Τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο
ξεστρώνουμε επτακόσιες εικοσί εννέα φορές το κρεβάτι
Ενα κρεβάτι
Φοράς ενα λουλουδάτο φόρεμα
Απο αυτά που ονομάζουν φλοράλ
Ολόσωμο
Κλειτορίδα το κεφάλι σου
Εξηνταεφτά τοις εκατό αναπηρία
Έτσι απέκτησα στάτους στους πρόσφορους αμνούς ανάμεσα στα σκέλια μου και σε ομάδες γραφίαδων
Ζήτησα πιο ευέλικτο πρόγραμμα
να μιλήσω για τον θάνατό μου και μου δόθηκε
Πίστεψα σε μένα 
Στην εικόνα μου, στη δύναμη των χεριών μου
Στον τρόπο που κάνω έρωτα
Κι έπειτα εσυ
Με το μοίρο και τα θιάματα
Τριήμερο πένθος για να σηκώσεις την πλάκα μου
Ποτέ δε θυμόσουν πως οι νεκροί
Ακόμα και οι πιο σεβαστοί,
στις τρείς ημέρες ξεχνιούνται
Ακόμη κι απο αυτούς που τους κουβάλησαν
Έτσι το βράδυ οι δαίμονες ξαναγεννιούνται κάτω απ´το στρώμα
Ξενυχτάνε με τις έγνοιες σου
Πηδάνε στο κενό με τις δικές μου
Το πρωί στρώνουν ξανα το κρεβάτι



29/7.017(00:09)

Χάπια

Πίνω τα χάπια μου 
με αλκοόλ
Τσιγάρα αριστοτεχνικά στριμμένα
Ο πρώτος δαίμονας φουσκώνει
την κοιλιά του
Ευχαριστιέται
Ο δεύτερος δαίμονας ψυχορραγεί
με το ξυράφι 
Βαριανασαίνει
Με κοιτάς και μοιάζει σαν να λες
πως αγαπάς αυτό που είμαι
Με κοιτάς και μοιάζει σαν να σκέφτεσαι 
πως βραδιάζει πιο σύντομα απόψε
Η τρέλα χαμογελάει σπάνια πια
Τραβάω χειρόφρενο στη μέση του δρόμου
Τρομάζεις
Γελάω
Ηρεμία πια
Γελάς
Τρομάζω
Δυο ομοιότητες που τείνουν 
της τελειότητας της μετριότητας
Φυσικά αφύσικα βέβαιες
Αναρωτιούνται για
Το τέλος
Κι η αρχή του
Ενα νεύμα
Λίγο πιο υγρό πνεύμα
Μαύρες σκάλες ανεβοκατεβαίνουν
Άκου
Κι έπειτα μίλα
Κι ύστερα κάθισε μαζί μας
Θα κεράσουμε απόψε
Θα αποφύγουμε τα δόλια τόσα
Τις ξύλινες σόλες
Τα άχρωμα πρωινά
Μετά θα φύγουμε
Αύριο δουλεία
Σήμερα..
Σήμερα αγάπη


28/8.017 (23:06)


Γουρούνια

Πρέπει να παίζω σε εκατό γήπεδα
Να σκοτώνω λίγους εχθρούς
Δωμάτιο, φυσική ακουστική κιθάρας
Σιωπής, τσιγάρων και ξαφνικά σιωπής

Σ´ αγαπάω ούτως ή άλλως
Μέρα με τη μέρα
Πασατέμπο
Κόκκινο κρέας μια φορά το δεκαπενθήμερο
Και λευκό
Μια φορά τη βδομάδα

Το χέρι σου σε αγκαλίαζει
Στραγγαλίζοντάς σε
Δοκίμασες; θέλει καλό πλύσιμο
Τελετουργικό
Όλα τα άντερα
Κόλλα ζελέ καθαρό αφρός

Ανώτερης ωρίμανσης απο οξιές και έλατα
Αυτοί που σκοτώνουν γουρούνια
σκοτώνουν ξεκινώντας απ´ τη μάνα
Γουρούνια είναι

Τα πόδια σου
Κι έπειτα ηλεκτρόδια
Η θεότητα κυνηγάει
Σκοτώνει αλεπούδες
Φορτηγά με ουρές
Κολλημένα καπέλα κυριών


15/7.017 (01:01)

Ολοκλήρωση

Πλατεία Εξαρχείων
Είμαι με τον Αλέξανδρο
Που διεκδικεί την αιώνια αγάπη
Μιας γυναίκας που ώρες ώρες
Αισθάνεται μισή
Αν και τον ολοκληρώνει
Τις στιγμές που της χαιδεύει το χέρι
Το άκρο που πονάει σαν φάντασμα
Το άκρο που επιθυμεί να σταθεί
Που το αγαπάει κι ας είναι διαφορετικό 
Και νεκρό και απίστευτα όμορφο
Θα της πάρω λουλούδια μου λέει
Τώρα, την ώρα που κοιμάται
Για να της αποδείξω το αειθαλές συναίσθημα
Αυτό που δεν πέφτει
Σαν την πέτρα που στεριώνει
Όπως η φλέβα που πετάγεται και νιώθει
Την αγαπάω μου λέει
Το σάββατο την παντρεύμαι
Και ξέρεις κάτι;
Ολοκληρώνομαι μέσα της
Έξω της
Γύρω της
Και ώρες ώρες κλαίω
Γιατί δε θα την αφήσω ποτέ
Μα θέλει προσπάθεια 
Για να το καταλάβει


12.7/017(15:13)

Γύψινο στεφάνι

Κάποια στιγμή 
Θα γράψω ενα ποίημα για δρόμους 
Με χαμένα πλήθη
Ουρανούς βαμμένους μώβ
Σχετικά σκυθρωπούς
Στίχους δόντια
Λέξεις πόρνες που θα γιορτάζουν
Επιτέλους
Πόδια διαδρόμους συνόρων
Μάτια αγκαλιές
Και αγκαλιές μάτια
Κολλημένα στα παράθυρα τρένων
Ψηλά χέρια που θα σημαίνουν πνιγμούς
Ή έστω χαμόγελα που θα ουρλιάζουν
Κάποια στιγμή θα σκίσω τα ποιήματα μέσα στη βουή μιας
απύθμενης, ατελείωτης
αποστειρωμένης κι ανελέητης γιορτής
Του σήμερα
Του τώρα, που ευελπιστούσα να αντέξω
Μα τελικά κρεμάστηκα
Στη χαρά αυτή του κρέατος
Του υπολογισμού του κόστους του
Της μοναξιάς που φοβάμαι
Των τελευταίων χτυπημάτων στον αέρα
Του γύψινου στεφανιού του Καρυωτάκη


6/7.017(21:19)

Οίστρος

Πλατεία Εξαρχείων
Με τον Θόδωρα τον αγαπητό
Που ξέφυγε απ´ την πρέζα
Έχει δύο κόρες ψυχιάτρους
Των παιδιών
Κερνάω μπύρα
Έρχεται η Μαρία και κερνάει ξανά
Έρχεται και η Ντίνα η ερμαφρόδιτη
Με το κίτρινο μπλουζάκι το ελαστικό και το γκρί καπέλο
Έχω και εγώ τις συμπάθειές μου λέει
Κάνω χορούς
Με έδιωξε από την Κρήτη ο αδερφός
Το αίμα πεθαίνει αργά αργά, μέσα μου
Εδώ νιώθω καλά, Δευτέρα αλλάζω την ταυτότητα
Πλέον θα με αγαπώ
Ο Θοδώρας γνωρίζει ότι γράφω
Μου δίνει χρόνο να σκεφτώ
Κερνάω μπύρα
Γράφω αυτό
Μπλέκομαι με τις ζωές των άλλων
Πάνκηδες και πότες
Μυαλά δουλεμένα
Σπασμένα πεζοδρόμια
Ατόφια θλίψη
Ατόφια χαρά
Άνθρωποι κι αυταπάτες
Ονειράματα και κατάρες
Όλοι ενα
Αγκάλιασα τον Θόδωρα
Και παω να κατουρήσω
Δε θα φύγει
Μου χαμογελάει
Θα περιμένει
Άλλον εναν οίστρο


30/6.017(21:48)

Περιορισμός

Λυπάμαι τα παιδιά που μου μοιάσαν
Κάθομαι και σκέπτομαι ξανά χωρίς δισταγμό
Τους τριγμούς απο τα μέλη μου
Το πόσο άσχημο είναι να αποφεύγω
Να βγάζω άμυνες
Να μάθω να χάνω
Επίθεση και φαρμάκι. Εσυ κι εγω

Τέλειε πατέρα
Μάνα και γη
Περιορίσου
Με τη μυρωδιά σου θα συνεχίσω
Να μεγαλώνω γράμματα
Να μάθω να αντέχω 
Αντιβίωση για τον νεκρό εαυτό μου




24/6.017 (00:33)

Φίλησα το στήθος της

Φίλησα το στήθος της 
και μούδιασαν τα χείλη μου
Τι απερίγραπτη καμπύλη σκέπτομαι με βρήκε
Και πόσο έξω απ’ τη συνήθεια σε μια πόλη 
που έχει μάθει μονάχα να τρώει
Τα σκεπάσματα, τις μνήμες 
και μειδιάζω
Λατρεύω όταν τραγουδάς
και σε αυτό το σημείο, μου λες, κλαίω
Σε μια πόλη που μας συνήθισε στα λόγια
Κι ανάβει αναπτήρες στις γωνιές του ταβανιού
Μύρισε κερί
Καπνός
Κι ακόμα κρατάω το χέρι σου στον ύπνο μου
Σε μια πόλη που μας χωρίζει διαρκώς
Στα φανάρια, στα αστραφτερά φτερά της προσδοκίας
Σε ακούω να μιλάς με τον πατέρα σου
Κι η συγκεκριμένη αγάπη, μου έλειψε
Ξυπνάει η Ειρήνη
Απ’ την πολλή ησυχία
Την πολλή κωφαμάρα
Με ρωτάει αν έπινα πάλι
Αύριο τι θα πω στο γιατρό


20/6.017 (10:37)

Ευτυχώς

Ευτυχώς τα κορίτσια ακούνε rock
Ευτυχώς που τα αγόρια στρίβουν τσιγάρα
Ερωτεύονται παράλληλα, ποτέ μαζί, γεμάτα κενά
Παραπατάνε, άλλοτε σπάνε τα πόδια τους, άλλοτε κλαίνε, αγκαλιάζονται, θρηνούν, τα χέρια γίνονται μάτια, 
τα μάτια γίνονται χέρια
Η πίστη η ρουφιάνα γίνεται θρησκεία
Θρησκεία γίνεται το πτώμα
Πτώμα τα αστέρια στου ουρανού το καβαλέτο
Καβαλέτο η αθανασία
Αθανασία


15/6.017(23:11)

Αφαγία

Τινάζω τα χέρια μου δώδεκα φορές
τα δώδεκα δευτερόλεπτα
Έπειτα ηρεμώ τρακάροντας σε εναν υπόγειο διάδρομο
Ακούω μουσική με φίλους και φίλες
Πίνουμε
Μιλάμε για κβαντική φυσική
Για πέη, για τέχνη, για διακοπές
Αφομοίωση
πρόγραμμα διατροφής 
και να μην 
πάθουμε 
αλλοπεκίαση ρε παιδιά
Να μην ξεράσουμε 
την γλώσσα μας
Να πεθάνουμε νέοι 
120 χρονώ
Να είμαστε καλά 
να μην ξέρουμε
Αθανασία
Και τίμημα
Τέλος πάντων
Ερεθίσματα περισσότερο μεταφυσικά
Ολίγον ποίηση και ολίγες φρίκες
Τραυλίζοντας λεω σ´αγαπάω
Η κόρη μου ξύπνησε απο την αφαγία
Πατέρα πεινάω, οι καλεσμένοι φωνάζουν
Η τρέλα χαμογελάει
Κοιμόμουν
Ξέρεις..


14/6.017(00:49)

Κάποιοι

Πλατεία Εξαρχείων
Ο Θόδωρας έπεσε στην πρέζα ξανά
Δεν είναι αυτό μου λέει, εχω γνώθι εαυτόν
Ο αποστόλης βαριέται
Ενώ ο Κώστας σταμάτησε ν´ακούει φωνές
Γιατί ρε μαλάκα τα μπούμπλε στην κάλτσα; 
δωσ´τα μου να τα πετάξω
Και πως θα κοιμηθώ ρε χρήστο;
Πως θα κοιμηθώ;
Χιλίαδες ψυχές, στρίβω τσιγάρο, ματώνουν
Ίδιες μαζί μου, συντροφεύουν την τρέλα
Πουθενά δε ζούν, δε μαζεύουν κομμάτια, 
μα αναγνωρίζουν
Έπειτα αποδέχονται
Ύστερα αγαπούν
Μετά πεθαίνουν
Πήγα να κατουρήσω
Ο Κώστας άσπρισε
Ο Θόδωρας προσκύνησε
Ο αποστόλης έφερνε κύκλους 
γύρω απ´το κορμί του
Είμαστε κάτι..
Το παίζουμε κάποιοι..
Ενω δεν είμαστε τίποτα


5/06.017(19:13)

Πίνοντας μόνος

Πίνοντας μόνος
Η επιθυμία μιας αμφιθυμίας
Ενός συνεχούς άνω κάτω
Ενός ουρανού που αποκρυσταλλώνει τα σύννεφα
Που για κάποιο λόγο στερεοποίησα μέσα μου
Όπως κάνω με το συναίσθημα
Και γίναν βροχή

Επιτέλους, περάσαν χρόνια
Μα νιώθω ξανά
Καθαρή οργή, συνειδητή συνύπαρξη 
με την αγάπη
Και πόνος, θλίψη και στην κηδεία
γελούσαμε όλη τη νύχτα
Ένας μικρός τυφλός θεός που δε μυρίζει, μα ούτε γεύεται

Να πίνετε
Είναι το γερμένο πλευρό της αντικατάστασης
Μια επούλωση


23/5.017(15:49)

Μικρές φυλακές

Και μισώ όταν σηκώνεσαι και φεύγεις
Περισσότερο απ’ολα, με ζαλίζει
το άρωμα στον αέρα του μπάνιου
Αυτή η ανατριχίλα που μοιάζει
σαν να σε μυρίζω
και είναι τόσο άσχημη αυτή τη λυπητερή στιγμή..
Μου λείπεις, μα νιώθω όταν γράφω
Και αγαπώ όταν μου ζητάς να μείνω
ή σου ζητάω να βγάλεις τα μάτια της φρίκης
Κι ο καθρέπτης ουρλιάζει, χτυπάει τις πόρτες
Ενα σπίτι χωνί
Γουρλώνει τα βάθη
Δυο ουρανίσκοι που ορμούν στα ένστικτα
Ο άνθρωπος που ζεί στο στόμα μου
Ποτέ δεν συζητάει με τον δικό σου
Μα αδιάφορα σφυρίζουμε κλείνοντας τις κουρτίνες
Οι γείτονες του τρίτου απέναντι
η κλασική μουσική
Κι οι γάτες κοιτάνε
Καθώς επιστρέφουμε
Που θυμόμαστε ν’αγαπιόμαστε μια στο τόσο
Όταν προσπαθήσαμε
Όταν δεν σε έπεισα για τίποτα
Όταν το κέρδισες
Κι όταν το κέρδισα
Μα αργά τα βήματα, πολλά, μικρά και σήμερα βρέχει
Και είναι υπέροχα όμορφο το αμοιβαίο συναίσθημα
Σαν τα δάκρυα ενός θανάτου
Και σαν τα δάκρυα της πίστης ή της υποκρισίας
Καλά όλα αυτά
Μα
Φοβάμαι τις μικρές φυλακές στα λόγια σου
Και το βλέμμα μου που φτιάχνει κάγκελα




17/5.017(11:37)

Ήταν σώμα

Δε θα καθαριστώ ποτέ ξανά
Αυτός ο όρχος χωνιών στον αέρα ‘δω μεσα
Καρφωτές φωνές απο τα ταβάνια, τα πατώματα
Τα νέα έπιπλα, γεννήματα φαντασίας
Σε ενα σπίτι ανηφορικά φορτωμένο
Γλυκά φαγητά που ονομάσαμε ύλη
μα ήταν σώμα
Και τελικά είναι τα όργανα 
‘Οπως οταν γεννηθήκαμε
Χαμένα απο αντίληψη, θολά απο όραση, και ακοή
Βουτηγμένα σ’εναν άλλο κόσμο
Που μοιάζει με εναν αντίστοιχο δικό μας
Κάποιον όμοιο που παραλληλίζουμε με αιθέρα
Και κούρασης υπερκόπωση απο τις πολλές πρόβες
Χρόνια τώρα



16/5.017(22:20)

Κακός λύκος

Όταν μ’αγαπάς
Η θάλασσα μέσα μου απλώνει και γίνεται φωνές 
απο μικρά παιδιά -σαν χταπόδια- που τυλίγουν
και σαν βλαστάρια χτυπάνε τα σέπαλα να μείνουμε μόνοι
στον κόσμο ετούτο
Μήτηρ μαθήσεως και ανίκατε μάχαν
Yπάρχει κι ένας κακός κακός λύκος
Που μας βρήκε μικρούς, νεκρούς απο αγάπη και φταίχτες
Και μαθαίνεις πως περάσαν χρόνια
Και βλέπω πως παράλληλα και χρονολογικά
τα κάναμε όλα
Ποιός φταίχτης, καλέ μου εαυτέ, εξελιγμένε;

Μου μιλάς και σωπαίνω
Η κουρτίνα γεμίζει μισή με σκοτάδι, μισή με φώς
Γδύνεσαι μισή
Γδύνομαι μισός


9/5.017(17:02)

Αδαμάντινο κέλυφος

Σε τύλιξα σε ενα αδαμάντινο κέλυφος
Σου κάλυψα την πλάτη
Το σήκωσα να βάλω απο κάτω 
τα ποδαράκια 
Το στήθος σου
Το αριστερό χέρι που σου έπνιγε το πηγούνι
Η βραδινή μας έγνοια, θυμάσαι;
Ο φόβος που έγινε λατρεία
Το πιστό μας σκυλί
Και η λατρεία που δεν έγινε προσκύνημα
Το άπειρο του τσιγάρου μου
Κι η νοσταλγία στον ύπνο σου
Ο φθόγγος της αγκαλιάς
Που μας κάλυπτε ολόκληρους
Και μας κάλυπτε ολόκληρους..
Και μας κάλυπτε ολόκληρους..


6/5.017(00:16)

Πρίν σκοτωθούμε

Θα σκοτωθούμε
Μα πρίν σκοτωθούμε
Θα τρελαθούμε
Και πρίν τρελαθούμε
Θα σπάσουμε δεκάδες όρια
Μα πρίν τα σπάσουμε
Θα αγαπηθούμε
Και πρίν τα λόγια
Θα εκκριθούμε
Σαν σπέρματα
Και σαν σίελος
Όπως οι χτύποι της καρδιάς
Παρανομαστή των οισοφάγων μας
Που ενώνεται με το στομάχι μας
Και λίγες φράσεις σαν στιχάκια
Σαν τίποτα

Όπως το τραγικόν της αγάπης

Τελικά..
Τα λόγια ήτανε δεν ήτανε;

Οι πράξεις..
Ήτανε δεν ήτανε;


11/4.017(21:33)