Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Πρόποση

Στην κενή καρέκλα της παρέας.
Στην αγριάδα της μοναξιάς,
που ανακατώνει τα σωθικά.
Στον ήχο μιας πτώσης.
Στο σπάσιμο των ορίων.
Βολβοί πετάνε φλέβες
κι ουρλιάζουν εσωτερικά.
Έπειτα αναγκαστικά ημερεύουν.
Ανοίγω τα μάτια και το ζώ.
Εκείνα τα χέρια που κόβουν.
Κι εκείνα τα λόγια που μ’έφεραν ‘δω.
Μιας κι η θηλιά του χρόνου πιέζει.
Μου μένει μονάχα να σηκώσω
το μισοάδειο ποτήρι και να ευχηθώ:
Όχι άλλος πόνος.
Θέλω να πάψω να σε πονάω.
Να ξεκινήσω να μ'αγαπώ.


30/12.015(19:50)

Επιρρήματα

Κάποιος θέλει να νιώσει απόψε.
Κλειδωμένη η πόρτα, σβησμένα παράθυρα,
κρύα ψυχή, συνηθισμένη κενότητα.
Μα να που βρίσκομαι να περιμένω 
δυο επιρρήματα θηλυκά.
Κάπου κάπου και μαζί.
Αόριστα, μα δεικτικά.
Και ξάφνου αυτό, ονομάστηκε αγάπη.



29/12.015(23:02)

Γιορτές

Δεν έχουν συναίσθημα αυτές οι γιορτές.
Ούτε καν ήθος.
Μονάχα ανάγκη για αγκαλιές, 
πολύχρωμα ποτά και ξενύχτια.
Το χρώμα απο τα λαμπιόνια εγκλωβίζει,
στην τρέλα μιας εφήμερης ευτυχίας, τα μάτια.
Βλέπε έγχρωμες φωτογραφίες, 
“η ψυχολογία του χρώματος”.
Γιορτές, που σαν σκληρό ναρκωτικό, 
μουδιάζει τα ανθρώπινα ερεθίσματα,
θα περάσουν όλοι καλά.
Ενδορφίνες και σεροτονίνη 
θα απελευθερωθούν σε τέτοιο σημείο,
που θα αδειάσουν οι δεξαμενές του σώματος.
Η επόμενη μέρα θα είναι κουραστική, μελαγχολική
και για πολλούς απο εμάς άσκοπη.
Μνήμες; Ποιές μνήμες;
Αναμνήσεις; τι αναμνήσεις;
Ένα υγρό σφουγγάρι σβήνει τα πάντα, 
κρατάει το άρωμα της χθεσινής νύχτας
τα θολά βλέμματα, τα κολλημένα πατώματα
τις μουσικές, τα φίδια στις μεγάλες οδούς
τη σχιζοφρένεια να απαλλαχτούμε απ’τη λύπη.
Και περνάνε οι γιορτές, κι έρχονται πάλι σύννεφα.
Γή που πνίγει τα οινοπνεύματα.
Αλήθεια που σφίζει απο φωνές νευρικότητας.
Που’ναι η χαρά σου τότε;
Που να’ναι οι φίλοι εκείνης της βραδιάς;
Τα ψόφια συναισθήματα τα παραφουσκωμένα.
Τα χρώματα τα ασπρόμαυρα, που να’ναι;


24/12.015(17:27)

To τρένο

Ένα βλέμμα λυγίζει
το κενό ενός χώρου.
Έρχεται απο δεξιά
με κατεύθυνση την άδεια κάτω γωνία.
Χτύπημα στον ώμο, 
ουτοπικό, με άρωμα γυναίκας.
Ο σκηνοθέτης δε σταματάει,
του λέει προχώρα και κλαίει στον ήλιο.
Μέσα σκοτάδι, έξω τα πράγματα ημέρας
συνεχίζουν ακάθεκτα να βιώνονται.
Τελευταίο καρέ, ο σκηνοθέτης καθισμένος
κίτρινη φωτογραφία, παγώνει στα χέρια
τον καπνό, τις υφές, τις μυρωδιές
και αφαιρείται απο ενα βιβλίο ζωής.
Βαμμένα νύχια, περιποιημένα δάχτυλα κομψά
30 χρόνια μετά.
Δυο χείλη φιλούν, το κραγιόν τους καλύπτει
μέρος του τρένου, τον σκηνοθέτη
που σκέφτεται πως έφτασε εκεί
τα λουλούδια ξερά και το χώμα
εκείνης της ώρας.
Ο φάκελος κλείνει, όμορφα γράμματα
παραλήπτης ενα άγνωστο όνομα.
Σ’αγαπούσα να ξέρεις, σ’αγαπάω ακόμα
μα ξέφτυσες.Μαζί σου ξέφτυσα κι εγω
μιας κι έχασα το τρένο που ερχόταν.
Μιλούσα για σένα, μιλούσα σε μένα
κι έγραφα τούτο.


22/12.015(10:21)

Απόστροφος

Μένει βουβή και άχρωμη.
Η απουσία ως απόστροφος του σ’αγαπώ.
Ξέχνα τα λόγια.. 
Φτάνει.


9/12.015(21:56)

Αν

Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι.
Απλά αυτή η εξομολόγηση, θα'ναι γεμάτη "αν".


5/12.015(18:37)

Η παιδική μας ηλικία

Καλημέρα,
τι χρώμα έχει η φυλακή σου;
Της άφησες παράθυρα
ή τα’χτισες κι αυτά;
Γονείς, παιδιά, ανάγκες, 
καθημερινότητα, ιδιοτροπίες,
στο ψυγείο κολλάμε αποκόματα ελπίδων.

Καληνύχτα,
οι φύλακες της παιδικής σου
ηλικίας ζούν;
Κι αν ζούν, τι τους ταΐζεις;
Πέτρες στο δρόμο, εσωστρέφεια, 
απολογισμοί, άρνηση σκέψεων, μαρτύριο,
κάτω απ’το στρώμα, μοιάζει με θαύμα.


3/12.015(15:29)

Να χωρίζουμε για χρόνια

Μπορεί και να χωρίζουμε για μέρες.
Να κολλάμε τα κομμάτια για εβδομάδες.
Οι άνθρωποι, μπορεί και να χωρίζουμε για χρόνια.
Να συναντιόμαστε, ν´αγκαλιαζόμαστε, και δρόμο ξανά για άλλα.
Σπίτια, οικογένειες, ντουβάρια, χωράφια, παιδιά, φίλοι συντρίμια.
Οι επαφές είναι ενα μισό ποτήρι συναισθήματα.
Το υπόλοιπο, τα καθημερινά αδειάσματα.
Πλοηγός στις αποφάσεις, είν´οι ανάγκες, οι εξαρτήσεις, η αβεβαιότητα,
η αυτοεκτίμηση, η ακεραιότητα και ίσως ο σεβασμός.

27/11.015(03:05)

Μάθε να μην αισθάνεσαι

Φάε το χάπι να μην πονάς.
Το ηρεμιστικό σου, του σφαγμού.
Και πήγαινε να ξεχαστείς στα μαγαζιά.
Ότι υπήρξε, έτσι να το ξεχάσεις.
Κατάπιε το γλυκό, να φύγει η πίκρα
απο το στεγνό σου λαιμό.
Πάψε να κλαίς, 
να θυμάσαι, 
να γυροφέρνεις.
Κάντο όπως εμείς.
Αντάλλαξε τη θλίψη με κάτι άλλο.
Το θυμό, με κάτι διαφορετικό.
Την οργή καπάκωσέ την.
Πάψε να αισθάνεσαι.
Μάθε απλά να υπάρχεις.


21/11.015(23:04)

Το ψέμα κι η αλήθεια

Κάποτε γνώρισα
ένα μικρό κορίτσι.
Θυμάμαι που πάντα πρότεινε
βαθεία να χάνομαι.
Μέσα να σκάβω και να βρίσκω.
Μιλούσε κι έγδερνε.
Έλεγε μονάχα παιδικές αλήθειες.
Αλήθειες, που πάντα κρύβουν οι μεγάλοι.
Θυμάμαι έπειτα τον πόνο της.
Αυτές οι αλήθειες, έλεγε, με κούρασαν.
Οι άνθρωποι κρύβονται, δεν τις αντέχουν.
Μα δε μπορώ, πίσω τους, να γυρίσω.
Είμαι φτιαγμένη για συγκεκριμένα πράγματα.
Βαθεία, άλλοτε να κρύβομαι.
Βαθειά, μακρυά απο το ψέμα θα μιλήσω.
Έλα εδώ, μαζί μου, και θα πονάω λιγότερο.
Κ αν έρθει η ώρα να στα πώ κι εσένα,
ελπίζω να μη με κάνεις να δακρύσω.
Μοίαζει να πολεμάω, μα μέσα μου,
η πληγή βουρκώνει και νιώθω να σβήνω.
Κάποτε γνώρισα ένα μικρό αγόρι.
Δεν το ερωτεύτηκα ποτέ.
Ποτέ δε με νοστάλγησε οσο εγώ.
Μα ήταν οτι πιο κοντινό σε μένα.
Ερχόταν απο τον κόσμο μου.
Μου έλεγε ιστορίες απ’τους απογόνους μου.
Ήρθε για λίγο, τα είπαμε όλα.
Κι ύστερα γύρισε πίσω.


21/11.015(22:31)

Ζωή ονομάζεται

Κάποια αβέβαια χέρια.
Επιβεβαιωμένα χείλη.
Υπογράφουν το σώμα.
Βαράνε ενέσεις στους σπασμούς.
Κι έπειτα -λογικά- πέφτουν στα γόνατα.

Με άλλα λόγια, φεύγουν μακρυά.
Παρακαλάνε.
Που ήταν μακρυά.
Μα νιώθαν κοντά.
Οι αισθήσεις απλώνονται μόνες.

Ένα μέτωπο καλυμένο, σα να ντρέπεται.
Ένα κλουβάκι γεμάτο στάχτες.
Ζωή ονομάζεται.
Κι όνειρα.Νύχτωσε.Θα τα θυμάσαι Όλα.
Η πυγμή μου, χωλαίνει και κρύβεται.

Έκανα δυο βήματα πίσω.
Πέσε να με φάς, το αξίζω.
Ζωή ονομάζεται.
Κι αυταπάτες.Ξημέρωσε.Θα τα ξεχάσω Όλα.
Πυρετός.Κρύβομαι, να μη με βρείς.

20/11.015(00:43)



Ενηλικίωση

Γιορτάζοντας την ενηλικίωσή μου.
Πτώματα πέφτουν απο παντού.
Νεκροί δικοί μου, νεκροί των γονιών μου.
Όλοι μαζί ξαναθυμούνται.

Νικάει αυτός που θα προχωρήσει πρώτος.
Που θα αποφασίσει να βάλει ένα τέλος.
Στο πίσω, και στο εμπρός που θα ερχόταν.
Νέες πατρίδες ετοιμάζουν βαλίτσες.

Αγάπη.Αποδοχή.Εμπιστοσύνη.
Αποδοχή.Εμπιστοσύνη.Αγάπη.
Εμπιστοσύνη.Αγάπη.Αποδοχή.
Προς εμένα.Προς αυτούς.Για όλους μας.

10/11.015(20:17)

Ηλιόλουστο αιγαίο

Η εβδομάδα θα'ναι ηλιόλουστη
ακόμα και στο αιγαίο.
Ηλιόλουστη στο πρώτο νεκροταφείο.
Εδώ κοντά στο δεύτερο.
Και στην πλέμπα βουτημένη του τρίτου.
Οι μελλοθάνατοι χρειάζεται
να είναι στην πρώτη γραμμή.
Ενδιαφέρονται για τον καιρό,
ελπίζουν στην ήλιο και τον αέρα.
Πιο μακρυά, φωνάζουν, πιο μακρυά.
Κι ύστερα σκέφτονται
όλους εμάς που κλαίμε.
Μοναδική τους ελπίδα
ο ήλιος στο σαλόνι μας.
Ο ήλιος στο μπαλκόνι μας,
τα καθαρά μας δωμάτια.
Οι μουσικές που ακούμε
και τα στεγνά μας πόδια.
Οι ήρεμές μας ανάσες.
Στο διάβολο όλα παλιόκοσμε.
Νιώθω πως όλα θα μείνουν τα ίδια.
Πως περνάω πάνω απ'τη γή
και δεν αφήνω στίγμα.
Η σκέψη και η έγνοια δε βοηθήσανε ποτέ.
Δύστυχες κυβερνήσεις, οργανώσεις.
Μονάχος δεν μπορώ, μονάδες είμαστε όλοι.
Έχω δουλειά, πρέπει να φύγω.
Έχω δουλειά, και που να τρέχω.
Ο θάνατος έρχεται την επόμενη στιγμή απο αυτήν εδώ.
Ακριβώς την επόμενη.
Τρομακτικό να πεθαίνεις με τόσο όμορφο ήλιο
στο πυκνό μαύρο σκοτάδι του αιγαίου.

2/11.015(16:49)

η γιορτή

Λυπάμαι που οι φίλοι μου δεν καταλάβαν πόσο σημαντικό ήταν για μένα.
Μόνο προτίμησαν να πίνουν, να χασκογελάνε, σα να’ταν συναυλία.

Λυπάμαι που οι τρόφιμοι οι διπλάνοι μου ήρθανε όλοι.
Κάποιοι ουρλιάξαν μέσα τους, κάποιοι ανατραπήκαν.

Λυπάμαι που οι γονείς μου χάρηκαν την τόση επιτυχία.
Μονάχα που ρετάλια μπήκανε, ρετάλια βγήκαν.

Δεν έχει αξία ο θυμός, η αγάπη, το πνεύμα μου, αφού ξεχνάω.
Και να, που ώρες έρχονται, και λίγο λίγο όλα αυτά τα νοσταλγώ.

Μα να που τελικά, ίσως μονάχος μου, να έδωσα την τόση σημασία.

30/10.015(21:19)

Αποθήκη φυγής

Η αγάπη ως χοιρίδιο εργαστηρίου
ή έστω, πλάσμα σε δοκιμαστικό σωλήνα.

Υπο-σχέσεις, υπο-χρεώσεις, υπο-μνήματα.
Όλα βαλμένα κάτω απο ενα στεγανό.

Τα προσωπικά όρια δημιουργούν τα πλαίσια
και με την σειρά τους, την ανάγκη για ερωτήσεις.

Έρχονται ή δεν έρχονται οι απαντήσεις;
Μήπως περισσεύουν και λιμοκτονούν στο ανώφελο;

Μήπως το ανώφελο είναι το καθημερινό;
Και το καθημερινό, μια αποθήκη φυγής;

29/10.015(20:19)

Χέρια αντένες

Όλα τα λουλούδια βαραίνουν και πέφτουνε.
Λεπτοί κουρασμένοι κορμοί,
φυλλωσιές ξεθωριάζουν στην νύχτα, 
πιο κάτω στα χείλη,
τα μαλλιά πλέκονται μαζί τους.
Η κάθε μια μεσ΄τα μάτια της
είχε άλλους δυο κόσμους.
Σηκώνεται ενα χέρι, ανοίγει τα δάχτυλα
αντένες που σκίσουν τα κατήφορα χείλη.
Νουάρ κλίμα, 
το κάδρο είναι κομμένο περίεργα
μια καρδιά ανάποδη, 
παιδικά ζωγραφισμένη,
θρηνεί σα να κλαίει.
Αφαιρετικό συναίσθημα.
Ένας γεμάτος καμβάς
βάφτηκε μαύρος
ζωγραφίστηκε και θα ζωγραφιστεί ξανά.
Χέρια αντένες.
Ανομοιόμορφα μάτια.
Μαύρα λουλούδια
βοηθάνε τη νύχτα να λάμψει.


27/10.015(18:18)

Ζωντανά παιδιά

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Το μόνο που θυμάμαι ήτανε,
να ζωγραφίζουμε τους τοίχους
σα ζωντανά παιδιά.
Φτιάχναμε στόχους για αγάπη,
πολύχρωμους κύκλους
και για βέλη είχαμε
τα σφιγμένα μας χέρια.
Τα μπλεγμένα μαλλιά μας.
Την ζεστή μας καρδιά
και δεν ακούγαμε ποτέ, 
εκείνο το παγωμένο κράκ.
Κι όλοι οι κύκλοι μεγάλωναν.
Άλλοτε μας ρουφούσαν
άλλοτε τους νικούσαμε.
Τέλος της ιστορίας δεν υπάρχει.
Μα υπάρχει μια γεύση γλυκόπικρη που μένει.
Θα απορώ πρίν πεθάνω
τι ήταν αυτό που μας βρήκε.


24/10.015(15:28)

Πλοία φορτωμένα πέρατα

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Ήτανε παντοτινά ερωτευμένο
με τα πλοία.
Πλοία δεξαμενές.
Πλοία στο διάστημα.
Κάθε δρόμος,
ήταν ο τελευταίος δρόμος.
Κάθε φιλί,
ενα αποχαιρετιστήριο φιλί.
Σε κοιτούσα να κρατάς 
στα χέρια σου τον ήλιο
καθώς μπλέκονταν με τον θάνατο.
Και καθώς έκλεινε η ξύλινη πόρτα
θυμάμαι το νεύμα,
που συνόδευε εκείνο το βλέμμα.
Κι έπειτα ενα ολόλευκο
στις άκρες του, ξανθό φώς.
Έπειτα παντού,
πλοία φορτωμένα με πέρατα.


23/10.015(15:05)

Μικρό κορίτσι

Κάποτε γνώρισα
ενα μικρό κορίτσι.
Πρίν κοιμηθεί
κρατούσε κι έσφιγγε
μεσ´τα χεράκια της
ενα λειψό χάρτινο
τριαντάφυλλο.
Πρίν πέσει για ύπνο
ήταν λευκό.
Κι όταν ξύπνουσε, κατακόκκινο.
Ύστερα η παραμυθιά μου,
μεγάλωσε.
Γνώρισε ενα αγόρι.
Τα πλαστικά αστέρια
στου ουρανού του την πόλη.
Το κορίτσι που τρέχει τον πόνο
τ´αγοριού ν´αγκαλιάσει.
Μην ήταν όλα ψεύτικα 
φοβάται απόψε.
Μην ήταν όλα αληθινά
και πως θ´αντέξει.

23/10.015(01:21)

Εφήμερη πλήξη

Oι μελλοντικοί νεκροί, τις Κυριακές,
κρύβονται στη δεύτερη σειρά των καθισμάτων.
Η εκκλησία πάντα μύριζε
το γνώριμο λιβάνι του θανάτου.

Κι έτσι σιγά σιγά, βήμα το βήμα
εξοικειώνονται.
Κι έτσι αργά, χαμηλώνουν το βλέμμα
παίζουν νευρικά με τα ακροδάχτυλά τους
καθώς οι ανάσες μικραίνουν.

Έτσι κι εγώ, που τον αγάπησα μικρός
σε δύο πράγματα παραπαίω.
Στη φτώχια της νιότης μου
και την εφήμερη πλήξη του έρωτα.


21/10.015(10:53)

Υποχρεώσεις

Αφοσίωση.
Κι αναγκαιότητα.
Κατασκευή διωρύγων
και συράγγων.
Φτερωτών θεών 
και υπανθρώπων.
Oι υποχρεώσεις μου
με κράτησαν μακρυά
απο την χαρά μου.
Κι έτσι κατάπια
αυτό που έθαψα.
Έσκαψα βαθειά
και πνίγηκα.
Όλοι οι θάνατοι
ας είναι αξιοπρεπείς.

19/10.015(23:54)

Η πόλη

Χαίρομαι να χάνομαι 
μεσ´τις πληγές της πόλης.
Σε άδεια συντριβάνια,
σε πλατείες με βαμμένα χείλη
έτοιμες να καταναλωθούν
και να αναλώσουν.
Να κλέβω πατροναρισμένα 
χαμόγελα που μοιάζουν
σα να ουρλιάζουν.
Που καπνίζουν σα να αναπνέουν.
Που μιλάνε σα να ξερνάνε.
Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα
πέρα απο τη διαφορετικότητα
της ύλης.
Το πνεύμα παραμένει πάντα εκεί.
Διαθέσιμο να αναμορφωθεί
Ή καταδικασμένο.


18/10.015(21:48)

Το πρώτο 24ωρο

Πέρασε σχεδόν ένα 24ωρο.
Κλαίω απο μέσα μου, κλαίω χαμογελώντας
κλαίω πίνοντας μπύρες
κάνοντας βόλτες σε λιβάδια
καιόμενος μεσ'τα ποιήματα
τα δάκρυα μουλιάζουν το τσιγάρο. 
Κλαίω σκεπτόμενος κουβέντες 
με τους χθεσινούς ανθρώπους.
Κλαίω βουβά και ξανακλαίω.
Οχι για μένα, μα μονάχα για σας.
Για εσάς που μάθατε να μη τα λέτε.
Ή να τα λέτε και να μη τα κάνετε.
Να μη μιλάτε, να μην εξωστρακίζεστε στο διάολο
και να επιστρέφετε διαλυμένοι.
Κλαίω για το λόγια λόγια κομπολόγια,
για τον χρόνο που χάθηκε στην άπνοια των σκέψεών σας.
Μα πλέον γνωρίζω άλλο ενα μάθημα, άλλο ενα πάθημα,
που σαν ξυράφι ράβει τις πληγές μου.
Άνθρωποι υπάρχουν μονάχα στις πράξεις.
Άνθρωποι υπάρχουν μονάχα στα έργα ανθρώπων.
Χρόνια πολλά πάνε που τους αναγνωρίζω.
Εκεί είναι μονάχα η ουσία.
Όλοι οι υπόλοιποι, είστε απλοί θεατές της ζωής σας.


17/10.015(10:23)

Φρίκες

Είμαστε οι φρίκες περασμένων ζωών.
Ξέρω πως υπήρξα ηθοποιός 
και τραγουδιστής και τραυλός 
και κουφός και υπέροχος μέσα στην αγνωμοσύνη μου.
Και σχιζοφρενής δεμένος σε σιδερένιο κρεβάτι 
κλεισμένος σε λευκό δωμάτιο.
Κι εραστής και ανέραστος.
Και βλαστάρι που πεθαίνει σε μερικές ώρες 
και κισσός που αναρριχάται 
και πίνει το αίμα του δέντρου για πάντα.
Και ξέρεις τι κατάλαβα απ´όλα αυτά;

Τίποτα.


7/10.015(01:17)

[εισαγωγή]

Σήμερα η νύχτα θα υφάνει το παιδί της απ´την αρχή
Κι ο ουρανός της θα συννεφιάσει
Θα πνιγώ μεσ´τα ποιήματα 
Κι όποιος θέλει, ας ακολουθήσει
Θα πάρουμε ενα ποτάμι μακρύ και βαθύ
Που οδηγεί στην αγάπη και τον πόνο
Με μάτια για κουπία και χέρια για ανάγκες
Θα οδηγηθούμε κάπου πέρα, που δε μας νοιάζει
Μα θα είναι η ασπίδα μας για το πιο όμορφο τέλος


3/10.015(12:31)

Ανάσταση νεκρών

Ας αναστήσουμε τους νεκρούς μέσα μας
Τα μικρά μας παιδιά τα παραπονεμένα
Τις υποσχέσεις στα μεγάλα μας μάτια
Τα κρύα χέρια άδεια των γονιών
Τους υποστηρικτές μας

Ας σκοτώσουμε τους εσώτερους δειλούς μας
Τις τσέπες που γεμάτες, μας αδειάζαν
Τα κρύα κλουβιά μας τα φρεσκοβαμμένα
Τα χαμόγελα που κενά μεγάλωναν μέσα μας
Τα χάπια μας τα καραμελωμένα


1/10.015(11:06)

Οικουμενική αγάπη

Η Ολοκλήρωση.
Όταν τα δακτυλικά αποτυπώματα συνορέψουν
κι αντικρυστά ειδοθούν
τότε οι ματιές θα γεφυρώσουν
και τα κύτταρά μας θα αναπνεύσουν
τον πλούτο και τη γεύση και την ικανοποίηση
ενός και μόνο συναισθήματος
που δε μοιάζει με τίποτε άλλο.
Μιάς νέας γλώσσας, κάθε φορά διαφορετικής
και μεταβλητής, στις ανάγκες, στις αισθήσεις
στην ολοκληρωτική ευχαρίστηση, μιάς μονάχα λέξης.
Οικουμενικό μυαλό.
Κι οικουμενική αγάπη.


30/9.015(18:29)

Η βελόνα

Όταν το συναίσθημά μου
είναι τόσο δουλεμένο
και τόσο λείο, κι αστραφτερό
και οξύ, κι αιχμηρό
που μοιάζει με την άκρη μιας βελόνας,
τότε μπορώ να εισχωρήσω
και να βαθύνω με ευκολία
για να ακούσω την καρδιά σου
έστω και στην πιο μικρή φλέβα.


30/9.015(18:23)

Παρουσία

Ένα τοπίο μοιάζει άδειο 
χωρίς την παρουσία ανθρώπου.
Κάτι που ξέχασε εκεί 
τα σημάδια απ’τα βήματα 
λίγη στάχτη στη θάλασσα.

Αλλιώς η απουσία της ανάσας, 
της ηχούς των λέξεων 
το σφίξιμο των συναισθημάτων
θα δηλώνει έντονα 
την ελλειπή του παρουσία.


29/9.015(11:52)

Επι τέλους

Επιτέλους, νιώθω.
Όλες μου οι αισθήσεις βουρκώνουν.

Υγρές.
Πηγές αισθημάτων πνίγουν το σώμα μου.

Επι τέλους μια ανάσα.
Μπορώ να πεθαίνω και ν’ανασταίνομαι ξανά.

Περάσαν χρόνια ερημικά.
Συνδέθηκα μέσω του πόνου.

Θα περάσουν άλλα τόσα συντροφιάς;
Επιτέλους, μιλάω.


28/9.015(09:31)

Μακρυά σου

Γκρεμίστε τις γέφυρες
το ποτάμι αυτό πνίγηκε απ'τα λόγια

Βάλτε φωτιές στις μνήμες των εραστών
σκότωσα την αγάπη, με τα ίδια μου τα χέρια

Και η βροχή που τρέχει, λούζει το χώμα που πατάω
το κάνει λάσπη, μήπως και κολυμπήσω
για να’ρθω κοντά σου

Μα δεν κατάλαβα ακόμα, πως είσαι η ίδια η βροχή
που την έφτιαξα λάσπη, κι έπειτα ποτάμι
κι έτσι είμαι εγω, που τελικά, φεύγω μακρυά σου

21/9.015(19:19)

Φιλίες

Δυό βήματα 
μπροστά
και τρία πίσω.
Τα όρια, 
τα ζήσαμε αθώα.
Όλοι οι φίλοι μου πεθάναν.
Μα οι φιλίες μας
μέχρι να νεκρωθούν,
ευδοκιμούσαν.
Βγάζαν λουλούδια.
Ποτέ καρπούς.

20/9.015(15:05)

Καθώς γίνομαι άντρας

Θα’ρθει ο καιρός που οι γάτες θα κατακτήσουν το κόσμο
Κι όλα τα καθαρά διαμάντα θα θολώσουν
Κι είμαστε εμείς που δεν κατουράμε τους στίχους
Μονάχα βραδιάζει και κλαίμε μονάχοι

Παιδιά που μεγαλώνουν με άγρυπνες νύχτες
Γονείς που τα μαλώνουν να γίνουν δέντρα
Μπάσταρδοι κοπρίτες, κοπρίτες που φεύγουν
Σαν αποδημητικά πουλιά χωρίς ερινύες

Τοίχοι ποτισμένοι, μπλεγμένοι με συγγενικό αίμα
Ανωμαλίες που δε συγκερνάνε
Παντρεύτηκες τον πρώτο σου ξάδερφο και πλήττεις
Καημένη γιαγιά μου μ’έδερνες μονάχα τα καλοκαίρια

Χαμένες πατρίδες το γνώριμο χώμα
Ένας ήλιος καφέ ρυτιδιασμένος και μόνος
Έτσι αισθάνομαι καθώς γίνομαι άντρας
Και παλεύω να σκοτώσω τις μνήμες που γίνονται σάρκα

13/9.015(13:29)

Στο μαύρο φώς του δωματίου

Εχθές τα ήπιαμε άγρια.
Χορέψαμε λίγο, κοιτώντας
ο ένας τον άλλο απο μακριά.
Σου είπα πως όσο σε βλέπω,
τόσο μου λείπεις περισσότερο.
Μετά γυρίσαμε σπίτι σου.
Μέχρι να γυρίσεις απο τη βόλτα
για τα τσίσα της Τσάρλς,
με πήρε ενας βαθύς ατελείωτος ύπνος.
Ξύπνησα νωρίς.
Δεν είχε ζάχαρη.
Είχε τελειώσει κι ο καφές.
Δεν είχα αναπτήρα.
Φόρεσα μια μλπούζα σου
γεμάτη με χρώματα
και περπάτησα στο φούρνο
και στο περίπτερο.
Όλα ήταν εκεί.Με περίμεναν.
Όπως κι εσυ, όταν επέστρεψα.
Γυμνή, λευκή στο μαύρο φώς
του δωματίου.
Έπιανες όλο το κρεβάτι
και στάθηκα όρθιος στην πόρτα 
να κοιτάζω με ενα τσιγάρο αναμμένο.
Έσκυψα και σου ψέλισα το καθημερινό μας "σ´αγαπώ".
Δε σου αρέσει να σε φιλάω όταν καπνίζω.


7/9.015 (12:04)

Η μαγκιά σας η τόση

Ο ξεφτιλισμένος γείτονας μετράει μέχρι το δέκα.
Η Γωγώ πρέπει να υποκύψει.
Γαμημένε υπάνθρωπε, σκουλίκι ανθρώπινο
ελπίζω πως θα’ρθει η ώρα να μετανιώσεις.
Που δεν αναλογίζεσαι, πως σκίζεις ενα κορμάκι
ενα μυαλουδάκι υπέροχο τοσοδούλικο.
Μακάρι να σε διαλύσει να σε κάνει να υποφέρεις
μόλις τον εαυτό της γνωρίσει.
Και να σε θάψει μια για πάντα
στον πάτο της μεγάλης ψυχής της.
Εσένα, τη γυναίκα που σου ανήκει,
τους σιχαμένους παππούδες
και τη μαγκιά σας την τόση.



2/9.015(22:10)

Μα τι ρωτάω;

Σάπια καδρόνια πετάω
ξεριζώνω μια παλιά καρδιά
μουντή και σκυθρωπή
που φοβάται να νιώσει
και λυγίζει στ’αγγίγματα.
Ενα φρέσκο κορμί
ενα βαθύ μυαλό
παίρνει πινέλα και βάφει
μια φρέσκια καρδιά
που μοιάζει με σπίτι ολοφώτιστο.
Πώς να αντέξω τόσο φώς;
Που είχα μάθει στις σκοτεινές του κάμαρες
να ξενυχτάω;
Που είχα συνηθίσει στην ερήμια μου
να τριγυρνάω;
Σηκώνω τα μάτια και σ’αντικρύζω.
Μα τι ρωτάω;
Μα τι ρωτάω;


2/9.015(21:49)

Βραστά λαχανικά

Σε θαύμαζα όταν έκοβες κρεμμύδια.
Ήταν σα να’κλαιγες για μένα.
Αισθάνθηκα, πως έτσι με ταΐζεις.
Έπειτα έβαλες ένα τραγούδι.
Ο Robbie Williams διασκευάζει
Elvis Presley στο “my way”.
Έκλεισες το φώς.
Χαμογέλασες και μου’πες “έλα”.
Μείναμε οι δυό μας αγκαλιά
ανάμεσα στα βραστά λαχανικά
την ζέστη και την υγρασία.
Είναι υπέροχα όταν δεν ξέρεις που πατάς.
Σε ποιό σημείο είναι ο απορροφητήρας,
το τραπέζι, ο νεροχύτης, τα τσιγάρα.
Χάσιμο μεσ’τα τραγούδια.
Και χάσιμο στο πάνω κάτω των δακτύλων.
Ο φωταγωγός να δημιουργεί ατμόσφαιρα.
Κι τις ανάσες να τις παίρνει ο αέρας.

30/8.015(16:41)

Χορτασμένος

Βούτηξα τη γλώσσα μου
στον ωκεανό των υγρών σου.
Είναι το σώμα σου ολόλευκο.
Ένα ριχτό τελικό σίγμα.
Τα στήθη σου ήρεμα αγωνιούσαν.
Φώς κίτρινο στα τετράγωνα πλακάκια.
Σε θαύμασε ακόμα και το φεγγάρι.
“Δε θέλω να σε γαμήσω σήμερα,
με χόρτασες με τον έρωτά σου”
Γύρισα την πλάτη
κι ήρθες και με αγκάλιασες απο πίσω.
Γίναμε όστρακα.
Όλο το βράδυ μιλούσαμε στο όνειρό μας.
Το πρωΐ που ξύπνησα, ένιωθα
σαν κατάμαυρο φρέσκο χώμα.
Που τάιζε όλη νύχτα τους κήπους σου.
Αν αυτό είναι ποίηση,
τότε είσαι αυτό που αναζητούσα.

30/8.015(15:11)

Το δέρμα σου

Το χαμόγελο που σχίζει
τη θλίψη μου.
Μια καρδιά που γεμίζει
ενώ απλά, είμαι εδώ.
Τα ποιήματά μου 
που περιγράφουν εσένα.

Τα γεύομαι όλα.

Αυτό το δέρμα σου,
ανάμεσα 
σε τόσα άλλα.

28/8.015(18:07)

Μια ζωή που πάντα ζητούσα

Κοιτάζω να δώ 
πως μπορώ ν'αποφύγω
μια ζωή 
που πάντα ζητούσα.
Αλλάζει το νόημα εξ'ολοκλήρου.
Το σκοτάδι, δεν ήταν σκοτάδι.
Το μπέρδευα χρόνια.
Μα ανακατευόταν.
Ήταν το βάθος των λέξεων.
Κι όσο βαθαίνεις, 
αυτές σκουραίνουν.
Καθώς σε πλησιάσα στον ώμο,
πήρα μια ανάσα.
Ψέλισα ενα άηχο σ’αγαπώ.
Λέξεις δεν ειπώθηκαν,
μα είμαι σίγουρος 
πως το άκουσες.

22/8.015(01:38)

Kύριε Χρήστο

Δώδεκα και μισή
Βαράει το ξυπνητήρι
Χάπι hour
Ξερνάω τις αναμνήσεις της μέρας
Δε σε θυμάμαι
Τα έπινες;
Γιατί μου στέλνεις μήνυμα;
Γαμήθηκες και μετάνιωσες;
Κόπιασες;
Πατάω το snooze
Παρασκευή βράδυ
Υπέροχη μέρα,
για ζωγραφική κύκλων
Τα φωτάκια αναβοσβήνουν
Ψυχές
Δεν είναι
Τι στο διάολο με βαραίνει;
Μπύρα
Μυτιές
Ολόισια τσιγάρα
Κώστα!
Φέρε κι άλλα
Ο Πάνος πέθανε σαν σήμερα πρίν λίγο
Ζωή ειν’αυτή;
Τι σημασία έχει η τέχνη;
Οι γάτες χασμουριούνται
Η Τσάρλς ανοίγει τα πόδια
Το κίτρινο φώς του λαμπατέρ
Ένα παιδί κινδυνεύει
Κύριε Χρήστο
να σας πώ κάτι;
Θα’ναι μονάχα αλήθειες
Να σας πώ;
Σας αγάπησα 
Σας νοσταλγώ
Αλλά νομίζω πως το σχοινί
που έχετε, είναι λεπτό
Πάω αποθήκη
Να φέρω χοντρό;
Να φέρω ξυράφια;
Να φέρω γιατρό;
Πείτε μου
και θα υποταχτώ.

21/8.015(00:44)


Εσώτερο Τίποτα

(απο το στόμα μου)
Βγάζω μια φωτογραφία στο ιδρωμένο δωμάτιο.
Είναι ασπρόμαυρη, με κόκκο καλλιτεχνικό.
Μόλις δροσίστηκα, μα δε σαγηνεύω διόλου.
Τους τελευταίους μήνες, αποφεύγω να ξυριστώ.
Να αντιμετωπίσω την αδελφή μέσα μου.
Την κακοποίηση των γονέων.
Το ξύλο που έτρωγα στο σχολείο.
Το κατουρημένο μου στρώμα.

Σε λίγο με καμάρι, θα τη δώσω να την δούν.
Κάποιοι τρέχουν να χειροκροτήσουν.
Κάποιοι να με συγχαρούν. 
Να μου χαϊδέψουν στοργικά την πλάτη.
Φίλε, το σήμερα άξιζε, είχες μια πρόοδο.
Γυναίκες κουρασμένες απο τους άντρες τους
θα σου χτυπήσουν την πόρτα.
Μικρά κορίτσια, άβγλατα, θα τυφλωθούν.

Κι έτσι Εγώ, ο υιός του μάταια παντοτινού.
Ο θεός των έξω, το εσώτερο τίποτα.
Για μια στιγμή θα αποθεωθώ.
Σωροί κορμιών, μυρωδάτων πτωμάτων.
Πλήθη ακόλουθων σακατεμένων ψυχών.
Ίδιων με μένα, να προσκυνούν.
Το ολότελα άδειο, το αδηφάγο κενό.
Όλα εκείνα τα μηδέν, που νομίζουνε πως..

21/2.015(17:10)




Τα λουλούδια σου

Κι επιτέλους 
τα καινούρια 
λουλούδια σου
βαραίνουν 
και πέφτουνε.

Όσο νερό 
και ν’αλλάξω 
μοναχά πια 
θα φθείρονται.


20/8.015(16:19)

Προσδοκία

Κι ετοιμάστηκα
και πλύθηκα και ντύθηκα,
μα τίποτα δεν με περίμενε.
Έπρεπε μονάχος να πάω να το βρώ.
Και δεν είναι η μοναξιά που τρομάζει.
Είναι το σφάλμα της προσδοκίας.


20/8.015(15:21)

Τώρα

Η χαρά του τώρα
χαρακώνει τη χαρμονή του χθές.
Αρκεί για κάτι να πληγωνόμαστε.
Κι οχι για κάτι να περιμένουμε.
Το αύριο πενθεί ήδη το σήμερα.
Ας είναι λοιπόν.
Μποτίλιες γεμάτες και ποίηση
και δωμάτια περίσσια απο κάρβουνα.
Άσπρες κάμαρες
με μαύρες κόλλες χαρτί.
Σκοτεινιά κι αναμονή.
Αναμονή για το τετελεσμένο.
Το αφαιρετικό συναίσθημα
ενός τίποτα.
Την έκρηξη μιας λάμψης.

16/8.015(19:36)

Για τον Πάνο

Εκείνη τη μέρα,
έφτιαξα πέντε κομμάτια χαρτί
για τη νέα μου ποιητική συλλογή.
Έπειτα δέχτηκα ένα τηλεφώνημα.
“Έφυγε ο Πάνος”
Τα παράτησα όλα.
Καθώς ντυνόμουν έκλαιγα.
Ήταν 33 χρονών, ένας άγγελος.
Τον φτυαρίσαμε.Ήταν ανείπωτο.
Ύστερα περάσανε τρείς μήνες.
Δεν έχω πάει απο τότε να τον δώ.
Να πούμε τα νέα μας.Να τον αντικρύσω.
Να πιούμε ενα τσιγάρο.
Στο τέλος να γελάμε.
Θα φτιάξαν και το μάρμαρο.
Θα βάλαν και εικόνα.
Η συννεφιά για τους ποιητές,
είναι όπως ο ήλιος για τα λουλούδια.

14/8.015(13:22)

Αποθανών

Κουφός τυφλός μουγκός.
Δεμένα χέρια πόδια.
Μια αγκαλιά αντίδωρο
της καληνύχτας.
Ένα ποίημα αντίβαρο
του εκλιπόντος συναισθήματος.
Μπορώ μονάχα να τα υποδυθώ.
Μη με ρωτάς.
Δεν έχω απαντήσεις.
Είμαι ένας θίασος που πάσχει.
Ένα κενό μεταστατικό.
Ένα μικρό παιδί αθώο.
Μελανιασμένο.
Εκλιπαρώ συγχώρεση στο παρελθόν.
Για ένα παρακαλητό.
Στο τώρα.
Και ας με βρούν,
προ-κείμενα αποθανών.

14/8.015(02:32)

Πόλεμος

Θα πέσει σε λίγο το σκοτάδι.
Η καταχνιά της μέρας,
το παγώνι των ανέρωτων.
Εκείνων που υποδύονται,
φουσκώνοντας τον πλαστικό φαλλό τους.
Όλα όσα είπαμε, ας γίνουν στάχτη.
Ας γεννηθούν ξανά απο τα σωθικά μας.
Μάτια υγρά και πόθοι σάρκινοι.
Λεπτές βελούδινες χορδές
τα δύο σώματά μας.
Μπλεγμένα ομόρφα.
Κείτονται μυρωμένα κι άκαμπτα.
Μοιραία κομματιασμένα.
Πείνα και δίψα.
Κατοχική μου χώρα.
Υποταγμένη Εσύ.
Λιβάδι που δρόσισες με αίμα πολέμου.
Έτσι είν´ ο έρωτας.
Σακάτης.
Πέφτει πρώτος θαρραλέος νεκρός.
Εμείς.
Κι αυτοί αντιμέτωποι.

10/8.015(16:48)

χαϊκού Ι

Μόνο μια φορά υπάρχει κάθε κύμα
κι όλες οι απέραντες θάλασσες
είναι εκείνα τα κύματα.

8/8.015(01:25)

Βροχή

Μυρίζει βροχή.
Το χώμα υγρό και είναι υπέροχα.
Σε λίγο θα σωπάσουν τα τζιτζίκια.
Ατελείωτη καλοκαιρινή θλίψη.
Βάλε να πιούμε.
Νέκρωσε τα παιδιά.
Σε θέλω λευκή.Σαν καταιγίδα.
Κόψε το κρεβάτι στη μέση.
Άσε το νερό να σε ξεπλύνει.
Εγω έμαθα μόνος.Συνήθισα πιά.
Το χωράφι μου, στέγνωσε.
Τίποτα δεν πλησιάζει.
Μήτε τα αρπακτικά.
Μήτε τα μικρά αθώα κορίτσια.

7/8.015(20:44)

Οι λέξεις

Η πόλη κοιμάται νοσταλγικά.
Ένα πέπλο αφωνίας
σκέπασε τον Αύγουστο.

Νιώθω μια γλυκιά λύπη.
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα,
παίρνουν το χρώμα τους
απο ενα πορφυρό νερό.

Νιώθω ελλειματικός.
Οι έννοιες φτιάχτηκαν 
απο φτηνές λέξεις
κι έγιναν όρια.

Μας έμαθαν έπειτα
να χωράμε μέσα τους.
Κι εμείς, αποχωρήσαμε απ’το συναίσθημα.
Γινήκαμε οι ίδιες οι λέξεις.

5/8.015(12:18)