Γύρισα σπίτι ξημερώματα
Απελπισμένα μαγεμένος μα ολόκληρος
Δίχως σκεπάσματα σήμερα λευκά
Ηδονικός καθόλου και περίσσιος αρωμάτων
Έσκαψα βαθεία το μέσα μου
Σκότωσα την ελπίδα της καθημερινότητας
Έκανα τάφο την προσμονή του περιμένοντας
εναν θεό να βοηθήσει
εναν θεό να βοηθήσει
Κατέληξα υπνωτισμένος μέσα στα βιβλία
Μέσα στο πιάνο του Σοπέν
Στην τριγωνική συνύπαρξη των ανθρώπων
Σκέφτηκα σκληρά τον τρίτο άνθρωπο
Σκέφτηκα σκληρά τον τρίτο άνθρωπο
Μέσα απο φιλίες, ερωτικούς συντρόφους, οικογένεια
Όλα ανθρώπινα είπα είναι
Σαν σκέψη ορφανή, είναι όλα ανθρώπινα
Μα άγονα χωρίς πράξη
Άγονα χωρίς μετουσιωμένο αγώνα
Και καθώς έβλεπα το βουνό να μεγαλώνει
Τις πέτρες ογκόλιθους στο δρόμο μου
Βροχές, φωτιές, σπαργαμούς στα διπλανά χωρία
Βροχές, φωτιές, σπαργαμούς στα διπλανά χωρία
Κατάλαβα πως ο φόβος, ο όποιος φόβος
Οδηγεί στην βία, στην όποια βία
Κι έτσι κάθισα λιγάκι και ξεκουράστηκα
Αργά, αργά θα έρθουν όλα
Χρόνος, πολύπλοκες πράξεις θα βοηθήσουν
Χρόνος, πολύπλοκες πράξεις θα βοηθήσουν
Μια καλή μαθητεία, μια επαναλαμβανόμενη έλξη
Ενα μέρος που δεν πλαταίνει ποτέ
Βάθη ανείπωτα
Βαθειές ανάσες και όμορφα τοπία πια
Ο κόσμος απο δίπλα φεύγει, που ν’ αντέξει
Πως ν’ αντεξει..
17/9.017(18:03)
Ο κόσμος απο δίπλα φεύγει, που ν’ αντέξει
Πως ν’ αντεξει..
17/9.017(18:03)