Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Άτιτλο

Κάθομαι μαζί με όλους τους φόβους σύσσωμους
Σχηματίζουν κάθε φορά μια νέα γυναίκα
Ενα ολόσωμο στήθος
Φακίδες στο πρόσωπο
Πόσο σου μοιάζει, μητέρα
Πόσο πληγώνομαι όταν με δείχνεις
Όταν κοιμάμαι με την κούραση νωρίς
Όταν σου κόβω το δάχτυλο
Καλέ μου πατέρα


29/11.016(20:04) 

Πιώμα

Πίνω. Κάθε μέρα χαρμολύπη
Μια αίσθηση πως κάτι θα γίνει
Μια γεύση γλυκιά
Πάντα όμως τίποτα δεν γίνεται

Τουλάχιστον κάθε βράδυ σκοτεινιάζει
Τουλάχιστον ευτυχώς που δεν θυμάμαι
Δε θα έπρεπε να εγγυόμαστε τόσα
Να αναλογιζόμαστε ενέργειες
Να μη βιώνουμε 
Να ξεκλειδώνουμε αγκαλιές
Σιωπή. Κι έπειτα σιωπή στην μέρα
Τουλάχιστον να σιωπήσει η μέρα



27/11.016(15:16)

Οποιαδήποτε Κατερίνα

Φοβόταν ν´αγγίξει
Κι όταν το ´κανε φοβόταν
Βροχή σήμερα κανένα κόμμα
Πιστεύω πως οι εμπειρίες μου είναι ίδιες με τις δικές σας
Μα εγω μιλάω
Κι εσείς μιλάτε
Και το χάος που νιώθεις
Κοίτα το
Είναι εδώ, θρυμματίζει
Σηκώνει τα τραπέζια
Κουνάει τα πόδια
Θυμήσου
Κατερίνα με σπάραξες
Μια μέρα που δεν περίμενα
Κατερίνα, κόμμα, είσαι οποιαδήποτε Κατερίνα
Είσαι η Πηνελόπη
Και η σκλάβα και η αφέντρα
Και τίποτα και τίποτα ξέρεις
Δε θα σταματήσουν τα ντουλάπια να ανοίγουν και να
 φωνάζουν πως δεν μ´αγαπάει κανείς κανείς κανείς


26/11.016(20:49)

Σκισμένα φρένα

Να κάνω κακό στα παιδιά.
Ώρες ώρες μου’ρχεται να 
κάνω κακό στα παιδιά μου.
Μ’ενα μικρό μίσος.
Ένα έτσι λίγο σπρώξιμο.
Για πλάκα που λένε. 
Ποτέ πλάκα δεν είναι.
Τίποτα δεν εννοείται.
Μη μιλάτε. 
Είναι οι θολές ώρες.
Δε θέλω να σας ακούω.
Να χτυπήσει στην γωνία.
Λίγο αίμα να ηρεμήσω.
Ίσα να τρέξει να ηρεμήσω.
Να του πιάσω το κεφαλάκι στην πόρτα.
Όλα καταλάθος.
Τρίβω χέρια. 
Μη. 
Μη μου λέτε τι να κάνω.
Χριστέ μου .
Αυτά τα μάτια σου που 
με κοιτάζουν με τόσο παράπονο.
Με τέτοια απορία.
Υγρά και πλούσια να
κάτσουν στο θρανίο.
Το σηκωμένα σας δάχτυλο.
Τεντώνει και μπαίνει μέσα μου.
Μη μου μιλάτε. 
Τα’σκισα.
Κάθε φορά κάτι πεθαίνει.
Κάτι ανθίζει.
Παιδιά, κι αυτιά και γλώσσες.
Κάτι πελώριες σκέψεις.
Που κλείνουν κουρτίνες.
Μαντήλι στα μάτια.
Δωμάτια στρογγυλά και μαύρα.
Σαν την κοιλιά της μάνας μου.


24/11.016(16:23)

Πιείτε

Πιείτε
Είναι το γερμένο πλευρό της αντικατάστασης
Μια επούλωση
Φοβάμαι να ξέρεις
Τις σκιές κι οχι το σκοτάδι
Την λατρεία κι οχι το προσκύνημα


20/11.016(22:43)

Αλήθεια

Το ημερολόγιο άλλαζε πρόσωπο
Θυμάμαι την γαμημένη παραλία
Ένα σκοτάδι που υπέκυψε στο βαθύτερο σκοτάδι και ξεχάστηκε κάπου ανάμεσα σκιάς και ζωής
Είδα ανοιχτές λεωφόρους
Δευτέρα βράδυ, ασθενοφόρα, φώτα
Κομμένα χέρια. Χέρια που ενώθηκαν πιο πολύ. Ζήλεια. Υπομονή
Το μαξιλάρι σου μύριζε το ίδιο έως ότου λίγο πριν το ξεχάσω
Και αλήθεια, δεν ξέχασα ποτέ
Αναπαραγωγή μιας κλειδαριάς
Ο άνθρωπος υπομονή θα σε διαβάλλει
Θα τον διαβάλεις κι εσύ
Αυτό, είναι αγάπη
Η αποδόμηση της πίστης
Είναι αγάπη. Βαριά ρούχα
Δεν πιάνει όμως χειμώνας και έτσι εγώ μπορώ να δω μόνο μια κάνη
Δάχτυλα στραμμένα προς εσένα, ενώ γνωρίζεις πως η κάνη είναι δική σου
Γιατί σήμερα είσαι μόνη ενώ προχθές είχες παρέα;
Γιατί σήμερα είμαι εδώ ενώ εχθές ήμουν με ένα άλλο σώμα;
Ανθρώπινες ερωτήσεις
Σκίζω το χαρτί. Κοιτάζω αριστερά
Το τέρμα
Την ύλη
Το γνώριμο τέρας
Την πλαστική σακούλα
Όλη την αγάπη βουτημένη στην βανίλια και στο κόκκινο αλκοόλ
Στα πρόστυχα μάτια σου
Στον φθόνο
Τον φθόνο, αλήθεια της αγάπης
Το υπότροπο συναίσθημα της αλήθειας
Αλήθεια
Θα σου έσπαγα και τα δυο σου πόδια
Μονάχα για να σε περιποιούμαι για τους επόμενους τρείς μήνες
Και αυτό είναι αγάπη
Αλήθεια
12/11.016(23:55)