Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Βραστά λαχανικά

Σε θαύμαζα όταν έκοβες κρεμμύδια.
Ήταν σα να’κλαιγες για μένα.
Αισθάνθηκα, πως έτσι με ταΐζεις.
Έπειτα έβαλες ένα τραγούδι.
Ο Robbie Williams διασκευάζει
Elvis Presley στο “my way”.
Έκλεισες το φώς.
Χαμογέλασες και μου’πες “έλα”.
Μείναμε οι δυό μας αγκαλιά
ανάμεσα στα βραστά λαχανικά
την ζέστη και την υγρασία.
Είναι υπέροχα όταν δεν ξέρεις που πατάς.
Σε ποιό σημείο είναι ο απορροφητήρας,
το τραπέζι, ο νεροχύτης, τα τσιγάρα.
Χάσιμο μεσ’τα τραγούδια.
Και χάσιμο στο πάνω κάτω των δακτύλων.
Ο φωταγωγός να δημιουργεί ατμόσφαιρα.
Κι τις ανάσες να τις παίρνει ο αέρας.

30/8.015(16:41)

Χορτασμένος

Βούτηξα τη γλώσσα μου
στον ωκεανό των υγρών σου.
Είναι το σώμα σου ολόλευκο.
Ένα ριχτό τελικό σίγμα.
Τα στήθη σου ήρεμα αγωνιούσαν.
Φώς κίτρινο στα τετράγωνα πλακάκια.
Σε θαύμασε ακόμα και το φεγγάρι.
“Δε θέλω να σε γαμήσω σήμερα,
με χόρτασες με τον έρωτά σου”
Γύρισα την πλάτη
κι ήρθες και με αγκάλιασες απο πίσω.
Γίναμε όστρακα.
Όλο το βράδυ μιλούσαμε στο όνειρό μας.
Το πρωΐ που ξύπνησα, ένιωθα
σαν κατάμαυρο φρέσκο χώμα.
Που τάιζε όλη νύχτα τους κήπους σου.
Αν αυτό είναι ποίηση,
τότε είσαι αυτό που αναζητούσα.

30/8.015(15:11)

Το δέρμα σου

Το χαμόγελο που σχίζει
τη θλίψη μου.
Μια καρδιά που γεμίζει
ενώ απλά, είμαι εδώ.
Τα ποιήματά μου 
που περιγράφουν εσένα.

Τα γεύομαι όλα.

Αυτό το δέρμα σου,
ανάμεσα 
σε τόσα άλλα.

28/8.015(18:07)

Μια ζωή που πάντα ζητούσα

Κοιτάζω να δώ 
πως μπορώ ν'αποφύγω
μια ζωή 
που πάντα ζητούσα.
Αλλάζει το νόημα εξ'ολοκλήρου.
Το σκοτάδι, δεν ήταν σκοτάδι.
Το μπέρδευα χρόνια.
Μα ανακατευόταν.
Ήταν το βάθος των λέξεων.
Κι όσο βαθαίνεις, 
αυτές σκουραίνουν.
Καθώς σε πλησιάσα στον ώμο,
πήρα μια ανάσα.
Ψέλισα ενα άηχο σ’αγαπώ.
Λέξεις δεν ειπώθηκαν,
μα είμαι σίγουρος 
πως το άκουσες.

22/8.015(01:38)

Kύριε Χρήστο

Δώδεκα και μισή
Βαράει το ξυπνητήρι
Χάπι hour
Ξερνάω τις αναμνήσεις της μέρας
Δε σε θυμάμαι
Τα έπινες;
Γιατί μου στέλνεις μήνυμα;
Γαμήθηκες και μετάνιωσες;
Κόπιασες;
Πατάω το snooze
Παρασκευή βράδυ
Υπέροχη μέρα,
για ζωγραφική κύκλων
Τα φωτάκια αναβοσβήνουν
Ψυχές
Δεν είναι
Τι στο διάολο με βαραίνει;
Μπύρα
Μυτιές
Ολόισια τσιγάρα
Κώστα!
Φέρε κι άλλα
Ο Πάνος πέθανε σαν σήμερα πρίν λίγο
Ζωή ειν’αυτή;
Τι σημασία έχει η τέχνη;
Οι γάτες χασμουριούνται
Η Τσάρλς ανοίγει τα πόδια
Το κίτρινο φώς του λαμπατέρ
Ένα παιδί κινδυνεύει
Κύριε Χρήστο
να σας πώ κάτι;
Θα’ναι μονάχα αλήθειες
Να σας πώ;
Σας αγάπησα 
Σας νοσταλγώ
Αλλά νομίζω πως το σχοινί
που έχετε, είναι λεπτό
Πάω αποθήκη
Να φέρω χοντρό;
Να φέρω ξυράφια;
Να φέρω γιατρό;
Πείτε μου
και θα υποταχτώ.

21/8.015(00:44)


Εσώτερο Τίποτα

(απο το στόμα μου)
Βγάζω μια φωτογραφία στο ιδρωμένο δωμάτιο.
Είναι ασπρόμαυρη, με κόκκο καλλιτεχνικό.
Μόλις δροσίστηκα, μα δε σαγηνεύω διόλου.
Τους τελευταίους μήνες, αποφεύγω να ξυριστώ.
Να αντιμετωπίσω την αδελφή μέσα μου.
Την κακοποίηση των γονέων.
Το ξύλο που έτρωγα στο σχολείο.
Το κατουρημένο μου στρώμα.

Σε λίγο με καμάρι, θα τη δώσω να την δούν.
Κάποιοι τρέχουν να χειροκροτήσουν.
Κάποιοι να με συγχαρούν. 
Να μου χαϊδέψουν στοργικά την πλάτη.
Φίλε, το σήμερα άξιζε, είχες μια πρόοδο.
Γυναίκες κουρασμένες απο τους άντρες τους
θα σου χτυπήσουν την πόρτα.
Μικρά κορίτσια, άβγλατα, θα τυφλωθούν.

Κι έτσι Εγώ, ο υιός του μάταια παντοτινού.
Ο θεός των έξω, το εσώτερο τίποτα.
Για μια στιγμή θα αποθεωθώ.
Σωροί κορμιών, μυρωδάτων πτωμάτων.
Πλήθη ακόλουθων σακατεμένων ψυχών.
Ίδιων με μένα, να προσκυνούν.
Το ολότελα άδειο, το αδηφάγο κενό.
Όλα εκείνα τα μηδέν, που νομίζουνε πως..

21/2.015(17:10)




Τα λουλούδια σου

Κι επιτέλους 
τα καινούρια 
λουλούδια σου
βαραίνουν 
και πέφτουνε.

Όσο νερό 
και ν’αλλάξω 
μοναχά πια 
θα φθείρονται.


20/8.015(16:19)

Προσδοκία

Κι ετοιμάστηκα
και πλύθηκα και ντύθηκα,
μα τίποτα δεν με περίμενε.
Έπρεπε μονάχος να πάω να το βρώ.
Και δεν είναι η μοναξιά που τρομάζει.
Είναι το σφάλμα της προσδοκίας.


20/8.015(15:21)

Τώρα

Η χαρά του τώρα
χαρακώνει τη χαρμονή του χθές.
Αρκεί για κάτι να πληγωνόμαστε.
Κι οχι για κάτι να περιμένουμε.
Το αύριο πενθεί ήδη το σήμερα.
Ας είναι λοιπόν.
Μποτίλιες γεμάτες και ποίηση
και δωμάτια περίσσια απο κάρβουνα.
Άσπρες κάμαρες
με μαύρες κόλλες χαρτί.
Σκοτεινιά κι αναμονή.
Αναμονή για το τετελεσμένο.
Το αφαιρετικό συναίσθημα
ενός τίποτα.
Την έκρηξη μιας λάμψης.

16/8.015(19:36)

Για τον Πάνο

Εκείνη τη μέρα,
έφτιαξα πέντε κομμάτια χαρτί
για τη νέα μου ποιητική συλλογή.
Έπειτα δέχτηκα ένα τηλεφώνημα.
“Έφυγε ο Πάνος”
Τα παράτησα όλα.
Καθώς ντυνόμουν έκλαιγα.
Ήταν 33 χρονών, ένας άγγελος.
Τον φτυαρίσαμε.Ήταν ανείπωτο.
Ύστερα περάσανε τρείς μήνες.
Δεν έχω πάει απο τότε να τον δώ.
Να πούμε τα νέα μας.Να τον αντικρύσω.
Να πιούμε ενα τσιγάρο.
Στο τέλος να γελάμε.
Θα φτιάξαν και το μάρμαρο.
Θα βάλαν και εικόνα.
Η συννεφιά για τους ποιητές,
είναι όπως ο ήλιος για τα λουλούδια.

14/8.015(13:22)

Αποθανών

Κουφός τυφλός μουγκός.
Δεμένα χέρια πόδια.
Μια αγκαλιά αντίδωρο
της καληνύχτας.
Ένα ποίημα αντίβαρο
του εκλιπόντος συναισθήματος.
Μπορώ μονάχα να τα υποδυθώ.
Μη με ρωτάς.
Δεν έχω απαντήσεις.
Είμαι ένας θίασος που πάσχει.
Ένα κενό μεταστατικό.
Ένα μικρό παιδί αθώο.
Μελανιασμένο.
Εκλιπαρώ συγχώρεση στο παρελθόν.
Για ένα παρακαλητό.
Στο τώρα.
Και ας με βρούν,
προ-κείμενα αποθανών.

14/8.015(02:32)

Πόλεμος

Θα πέσει σε λίγο το σκοτάδι.
Η καταχνιά της μέρας,
το παγώνι των ανέρωτων.
Εκείνων που υποδύονται,
φουσκώνοντας τον πλαστικό φαλλό τους.
Όλα όσα είπαμε, ας γίνουν στάχτη.
Ας γεννηθούν ξανά απο τα σωθικά μας.
Μάτια υγρά και πόθοι σάρκινοι.
Λεπτές βελούδινες χορδές
τα δύο σώματά μας.
Μπλεγμένα ομόρφα.
Κείτονται μυρωμένα κι άκαμπτα.
Μοιραία κομματιασμένα.
Πείνα και δίψα.
Κατοχική μου χώρα.
Υποταγμένη Εσύ.
Λιβάδι που δρόσισες με αίμα πολέμου.
Έτσι είν´ ο έρωτας.
Σακάτης.
Πέφτει πρώτος θαρραλέος νεκρός.
Εμείς.
Κι αυτοί αντιμέτωποι.

10/8.015(16:48)

χαϊκού Ι

Μόνο μια φορά υπάρχει κάθε κύμα
κι όλες οι απέραντες θάλασσες
είναι εκείνα τα κύματα.

8/8.015(01:25)

Βροχή

Μυρίζει βροχή.
Το χώμα υγρό και είναι υπέροχα.
Σε λίγο θα σωπάσουν τα τζιτζίκια.
Ατελείωτη καλοκαιρινή θλίψη.
Βάλε να πιούμε.
Νέκρωσε τα παιδιά.
Σε θέλω λευκή.Σαν καταιγίδα.
Κόψε το κρεβάτι στη μέση.
Άσε το νερό να σε ξεπλύνει.
Εγω έμαθα μόνος.Συνήθισα πιά.
Το χωράφι μου, στέγνωσε.
Τίποτα δεν πλησιάζει.
Μήτε τα αρπακτικά.
Μήτε τα μικρά αθώα κορίτσια.

7/8.015(20:44)

Οι λέξεις

Η πόλη κοιμάται νοσταλγικά.
Ένα πέπλο αφωνίας
σκέπασε τον Αύγουστο.

Νιώθω μια γλυκιά λύπη.
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα,
παίρνουν το χρώμα τους
απο ενα πορφυρό νερό.

Νιώθω ελλειματικός.
Οι έννοιες φτιάχτηκαν 
απο φτηνές λέξεις
κι έγιναν όρια.

Μας έμαθαν έπειτα
να χωράμε μέσα τους.
Κι εμείς, αποχωρήσαμε απ’το συναίσθημα.
Γινήκαμε οι ίδιες οι λέξεις.

5/8.015(12:18)

Το χαμόγελό σου

Και πότε θα βαθύνω μέσα σου;
Ως που να σχίσω τις ρωγμές
και πότε θα σε αποτελειώσω;

Δώδεκα εκατοστά μακριά.
Δώδεκα εκατοστά
απο το πρόσωπό σου.

Και πότε θα φωλιάσω μέσα σου;
Ως πότε θ’απελπίζω αγκαλιές
και πότε θα σε μαραζώσω;

Δώδεκα εκατοστά μακριά.
Και όλες οι πληγές μου σβήνονται,
πνίγονται στο χαμόγελό σου.

4/8.015(20:34)

Απόγνωση

Οτι αφήσα να φύγει
είναι παντοτινά δικό μου.
Μια φωτογραφία
που αποτυπώνει το σώμα της.
Ένα ποίημα γραμμένο 
για τις ρωγμές των χειλιών της.
Οτι σκοτώσα,
είναι αυτό που θα ήθελα
ν' αγαπήσω.
Μια νύχτα που μοιάζει 
με κατάμαυρη μέρα.
Μια μέρα που μοιάζει
με ολόλευκη νύχτα.
Κάθε τι, πρίν χαθεί,
ονομάζεται απόγνωση.
Άλλοι το λένε ελπίδα.

1/8.015(00:00)