Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λευκές ημέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λευκές ημέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τώρα

Κι έπειτα μήνες χωρίς την σκέψη ως γιατρειά
Το βάθος μιας πίστης που κάποτε ζούσε το σήμερα
Και σαν συνδεδεμένες πληγές με χαρές
Χαρές γεμάτες ελπίδα κι έπειτα θλίψη
Αναπολούσα σαν κομμάτι απο ασπρόμαυρο φίλμ
ενα μέρος απο δέρμα φθαρμένο
Το τώρα που ζούσα πρίν απο λίγο
Το λίγο που πέθαινε για το τώρα
Τώρα
Τώρα
Τώρα..
Κι ύστερα θάνατος 
Τώρα
Τώρα
Λίγο αργότερα γαλάζιο και χρώμα
Κι έπειτα κύκλοι
Κύκλοι
Κύκλοι
Με χώμα και νερό
Και λάσπη με αφιόνι
Στις μίζερες μέρες
Στις μέρες τις χαρωπές
Απότομα όλα
Δευτερόλεπτα σιγής για το πένθος
Σιγής για την δόξα
Και τέλος
Τέλη
Τέλη 
Παντού τέλη


28/11.017 (16:16)

Νοσοκομείο

Νοσοκομείο το σπίτι μου
Αναπνέω χειμωνιάτικα ντυμένος κατάλληλα
Ομιλίες που βγαίνουν απο στόματα άλλα
Απομονώνω τις κορυφές των ήχων τους
Γεύομαι το φαγητό στην ψυχιατρική του πτέρυγα
Τα νύχια μεγαλώνουν μπροστά μας
Συχνά γινόμαστε περισσότεροι
Εκεί κοντά που μένουνε τα σκιάχτρα
Διαδρομές και δωμάτια, χώροι κοινοί
Λέμε στο τηλέφωνο πως είμαστε καλά
Σε αυτούς που δεν τηλεφωνούν
Μέσα μου απλώνει μια υπερβολή
Μαρία η σιωπηλή
Καταπιεσμένη γάτα να μένει στο έδαφος
Ενα μονοκόματο τώρα
Κι ενα σπίτι που γεννιούνται λίγα 
Κι εκεί καταλήγουν



1/11.2017 22:59

Ατελής

Εγω είμαι ο ατελής
Πυρές φλογών και σκόρπιες σκέψεις
Εν’ δυο πιαστείτε στα χέρια, τώρα γελάμε
Κι ενα εσώτερο λίγο που μοιάζει στο τίποτα
Πηδά στο κενό 
Ενα κενό γεμισμένο με χαμόγελα τόσα
Άλλοι θα τα ’λεγαν κατάδικα ουρλιαχτά

Εγω είμαι ο ατελής
Μισάνθρωπου σκέψεις και εκτιμημένες ψευτιές
Εν’ δυο γυαλίστε τα δόντια μπρός στον καθρεύτη
Κι ενα εξώτερο τόσο δα που μοιάζει με πείσμα
Σέρνεται με ρυθμό
Ενα ρυθμό πλημμυρισμένο με λόγια τόσα
Όπως κάποιοι αγκαλιάζονται κατά το γκρεμό



22/10.017(18:46)

Λευκές ημέρες

Τα καλύτερά μου ποιήματα
Τα έγραψα για γυναίκες
Με απόλυτα τέλη στα χείλη
Το γνωρίζαν κι οι στίχοι μου
Μα εγω ήλπιζα
Σκυφτές φιγούρες σχεδόν άνυδρες
Κορμιά που μοιραζόμουν την εμπάθεια
Την απόγνωση των ανεπίστρεπτων τηλεφωνημάτων
Το κρύο μου στρώμα με σώματα αγκιλωμένα στο μαύρο
Μα εγω τα παράβλεπα
Έδινα πιθανότητες
Πίεζα το μυαλό μου να μην χάσω το κάτι τους
Εκείνο το λίγο
Που μέσα μου λογάριαζα ως θαύμα
Να γράψω τη θλίψη μας
Να πω για το μαρτύριό μας
Είχα ανάγκη, οι λέξεις να γίνουν 
τα μυστήρια δυο γραμμών ανέπαφων
Ψάχνω ακόμα να βρώ τι κατάλαβα
Καθώς υπέροχα ποιήματα γράφτηκαν
Πάνω σε αίμα αληθινό
Μέσα σε στιγμές δυστυχισμένης ευτυχίας
Βολεμένες πηγές αυτοίασης
Μα πλέον, δίπλα σου, δε βρίσκω



14/10.017 (10:42)

Λευκές ημέρες

Γύρισα σπίτι ξημερώματα
Απελπισμένα μαγεμένος μα ολόκληρος
Δίχως σκεπάσματα σήμερα λευκά
Ηδονικός καθόλου και περίσσιος αρωμάτων
Έσκαψα βαθεία το μέσα μου
Σκότωσα την ελπίδα της καθημερινότητας
Έκανα τάφο την προσμονή του περιμένοντας
εναν θεό να βοηθήσει
Κατέληξα υπνωτισμένος μέσα στα βιβλία
Μέσα στο πιάνο του Σοπέν
Στην τριγωνική συνύπαρξη των ανθρώπων
Σκέφτηκα σκληρά τον τρίτο άνθρωπο
Μέσα απο φιλίες, ερωτικούς συντρόφους, οικογένεια
Όλα ανθρώπινα είπα είναι
Σαν σκέψη ορφανή, είναι όλα ανθρώπινα
Μα άγονα χωρίς πράξη
Άγονα χωρίς μετουσιωμένο αγώνα
Και καθώς έβλεπα το βουνό να μεγαλώνει
Τις πέτρες ογκόλιθους στο δρόμο μου
Βροχές, φωτιές, σπαργαμούς στα διπλανά χωρία
Κατάλαβα πως ο φόβος, ο όποιος φόβος
Οδηγεί στην βία, στην όποια βία
Κι έτσι κάθισα λιγάκι και ξεκουράστηκα
Αργά, αργά θα έρθουν όλα
Χρόνος, πολύπλοκες πράξεις θα βοηθήσουν
Μια καλή μαθητεία, μια επαναλαμβανόμενη έλξη
Ενα μέρος που δεν πλαταίνει ποτέ
Βάθη ανείπωτα

Βαθειές ανάσες και όμορφα τοπία πια
Ο κόσμος απο δίπλα φεύγει, που ν’ αντέξει
Πως ν’ αντεξει..

17/9.017(18:03)

Γέννα

Δεν είχα πολύ χώρο να ξεχάσω
Ή να ξεχαστώ
Κι έτσι αποφάσισα για την χαριστική βολή
Άνοιξα την καρδιά μου σε μια θάλασσα ανθρώπων
Είπα να πληρώσω με το νόμισμα της λήθης
Έτσι το κάνανε οι τολμηροί
Να προχωρήσω, σα σαλιγκάρι εμπρός
Μα να ξεχάσω να γυρίσω
Οι γιατροί σκοτείνιαζαν, δεν είχαν συνταγές
Δεν καταλάβανε ποτέ
Πως ο ανήφορος ετούτος μόνο πένθη θα γεννούσε
Πρώτα το Εγω μου, έπειτα εσείς
Τέλος του κόσμου όλου η καρδιά μου
Κάπως σαν αίσθημα ευγνωμοσύνης
Μια κόψη για εσάς, μια κόψη για εμένα
Μετά απ’ όλα αυτά, λουλούδια μονόχρωμα μέσα σε όνειρα
Που δεν υπάρχουν. Μα πρέπει μονάχα να φανταστείς
Κι όμως έγιναν τα πένθη άνθη
Πένθη άνθη λιγότερο σκούρα κάθε μέρα
Κάπως σαν συναίσθημα αγκαλιάς κι ευαισθησίας
Κάτι σαν πόνος, κάτι σαν ευχαρίστηση
Μάλλον σαν γέννα



8/9.017(20:13)

Όμορφοι άνθρωποι

Οι όμορφοι άνθρωποι βάζουν
εμπρός τα χέρια όταν κλαίνε
Χειροκροτούν και δέχονται αγάπη
Δεν υπάρχει ψέμα
Δεν υπάρχει νόημα στο ψέμα
Κι έπειτα όμορφοι πίνουν τα χάπια τους
Όμορφοι θάβουν τα παιδιά τους
Όμορφοι κόβουν τις φλέβες τους
Μα ευτυχώς πρίν απο αυτό
Μας έμαθαν τους τρόπους
να περνάμε μέσα απο την φωτιά
Μας έδειξαν πως ανοίγουν τα χείλη
Κι έπειτα τρέμει το πάτωμα
Ανοίγουν τα χέρια
Αναγνωρίζουν
Αποδέχονται
Αγαπούν
Κι έπειτα φεύγουν
Κι έρχεται η σειρά μας
Να αλλάξουμε εσένα, κι εσένα
Να πάρουμε τα χάπια μας
Να θάψουμε τα παιδιά μας
Να κόψουμε τις φλέβες μας
Να βάλουμε εμπρός τα χέρια σαν θα κλάψουμε
Μα κι έστω ένας σας να θυμηθεί
Τον τρόπο που του μάθαμε
Να καίει μέσα του η φωτιά..


27/8.017(12:45)

Αγκαλιά

Στ´ όνειρό μου
Πήρα αγκαλιά τη μαμά 
Και τον μπαμπά μου
Που πρώτη φορά αγκάλιαζα
Και πρώτη φορά τους ονόμαζα
Μαμά και Μπαμπά
Ξύπνησα πνιγμένος
Με δάκρυα χαράς


25/8.017(11:42)

Φόβος

Φοβάμαι να αφοσιωθώ, κι έτσι ολισθαίνω
Φοβάμαι να φύγω μακρυά σου
Κι έτσι κράταμε σφιχτά μέχρι να με εγκαταλείψω
Φοβάμαι να αλλάξω αυτό που ζώ, μα κλείνω τα μάτια
Φοβάμαι πως το έχω ανάγκη, κι έτσι υπεκφεύγω
Φοβάμαι να σκοτώσω τους γονείς
Τα άσχημα μου κομμάτια
Μα φοβάμαι να αγαπήσω
Τα όμορφά τους κομμάτια
Το στρώμα που κατούρησα τον τρόμο
Όταν με δείχνεις, φοβάμαι
Κι έτσι ανοίγω πανιά στην τιμωρία
Όταν κοιμάμαι με κουρασμένα μάτια
Φοβάμαι να νιώσω την ιδέα της ελευθερίας
Φοβάμαι να κλείσω το στόμα
Και να δέσω τα χέρια
Κι έτσι φοβάμαι ν’ αλλάξω
Κι όσο φοβάμαι, χάνω εμένα
Χάνω ανθρώπους
Κι όσο φοβάμαι, θυμώνω
Όσο θυμώνω, ξεχνάω
Κι όσο θυμώνω, απορρίπτω
Όσο θυμώνω, φοβάμαι εμένα


24/8.017(00:45)