Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

Οικεία

Φροντίζουν οι οικείοι.
Τα μάρμαρα των νεκρών τους
να’ναι αμόλυντα.
Τα κεριά από τις θύμησες τους
αναμμένα.
Τα λουλούδια αιωνίως 
ποτισμένα.

Έτσι κι εγώ.
Έχω ένα σπίτι ανόθευτο.
Λιτό.
Λουστραρισμένο.
Ανέρωτο.
Που περιμένει φωτεινό
να σηκωθεί η πλάκα.


22/8.014(22:45)

Σαρκίνοι

Οι πόθοι των σαρκίνων
ξεκινάνε απο το στήθος 
και τα γεννητικά όργανα.
Μέσα στους μήνες που περάσαν,
αυτό που μου'λειψε,ήταν το μυαλό.
Το πιο αληθινό επάνω σου.


17/8.014(18:59)

Ντόμινο

Ενα ντόμινο ανθρώπινο.
Ο παππούς στη γιαγιά.
Ο μπαμπάς στη μαμά.
Κι όλοι μαζί στο παιδί και εγγόνι.
Απο τη μια τα φιλιά,οι αγκαλιές,τα γλυκά
κι απ’την άλλη η ασχήμια που το δέρμα ματώνει.
Τώρα ήρθε η βραδυά κι απ’την αρχή στο ξανά
δε σταματά να χτυπά μια ψυχή που παγώνει.
Ίσως είναι εποχή να του περάσουν λουρί
να δούν τα γόνατα με χαρά να πληγώνει.


14/8.014(21:18)

Ε.

Χαμηλώνω τη μουσική
ν’ακούσω τη γυναίκα 
που ουρλιάζει.
Με θυμάσαι;
Γνωριστήκαμε σα χθές
μα πάνε χρόνια.

Εκεί.
Στα θεωρεία του παραμιλητού.
Στον υποβολέα των σκέψεων.
Ήταν εκείνος ο τρόμος
στην άκρη των δαχτύλων.
Το τρεμούλιασμα της φωνής.
Τα ζαρωμένα κύτταρα.

Άντε επιτέλους νύχτωσε
να’ρθεί ο εραστής μου.
Τη μέρα σέρνω 
μια κόλαση συντροφική.
Κι ύστερα πάλι
ξημέρωσε ν'αποχωρήσει.
Τη νύχτα αδημονώ
μια κούραση λυτρωτική.
Μια ζωή που άφησα 
σε άλλον να ορίσει.


10/8.014(00:00)

Έρωτας

Το νιώθεις κι εσύ;
Αισθάνεσαι τη γαλήνη;
Το πέλαγος της σιωπής
στης κουβέντας την αντάρα.
Τον άνεμο που ξυραφίζει
τα βλέφαρα ν’αντικρυστούν.
Το δέρμα που ωχρό
πείθεται στις ελλείψεις.
Τον έρωτα που μοιάζει παιδικός;

7/8.014(00:36)

Μια ζωή αρκεί

Να’ξερες πόσο κουκλίστικα
φαίνονται ολα.
Το βουνό ντυμένο στα σύννεφα.
Η ιδιόρρυθμη πλάση που εκτιμώ.
Ενα σπιτικό βουτημένο στη βανίλια.
Ο μπολιασμένος ήλιος να γδύνει τους τοίχους.
Οι γείτονες να χαιρετούν απο μακριά.
Ζωές παιδικών θρόνων.
Άδειοι κάδοι σκουπιδιών.
Γαρυφαλιές στον κήπο.
Η Διονυσία με το σκυλί της χασκογελάνε.
Τα πολύχρωμα μανταλάκια ανακατώνονται.
Το δέρμα αφήνεται στα υλικά
να ξαποστάσει.
Ο αέρας στα φύλλα,στα κρόσια της τέντας.
Στον πορτοκαλί ιστό της αράχνης.
Γλυκό καρδιοχτύπι που εχει
η ζωή ώρες ώρες.
Μέσα απ’το κενό συναίσθημα.
Μονάχα μέσα στις εικόνες.
Μονάχα μέσα στις διαθέσεις
που εγκλωβίζει η επιδερμίδα.
Στα πάθη που βλέπουν τα μάτια.
Στους σκοπούς που χορεύουν τα πάντα.
Η ζωή είναι μικρή.
Μα αν τη πλάσεις καλά.
Μια ζωή αρκεί.


2/8.014(19:35)

Ζωή υπολείπουσα

O γείτονας αφού μηδένισε χτυπώντας το παιδί του
εξυψώνοντάς το αμέσως με τις αγκαλιές του
ύστερα το κοίμισε.Ή μάλλον κοιμήθηκε.
Τον κουρασμένο ύπνο των δακρύων.
Τώρα έφτασαν φίλοι,γέλια πολλά.
Τα αγόρια πίνουνε τσιγάρα.
Τα κορίτσια βάφουν νύχια.
Το κίτρινο φώς του λαμπατέρ.
Η φέτα απ’το φεγγάρι.
Σάββατο βράδυ.
Ζωή.
Υπολείπουσα.


2/8.014(21:25)