ο ήλιος που απλώνει τα χέρια του
μεσα στα πυκνοφυτεμένα φύλλα
ο καπνός του τσιγάρου
και τα κρόσια του καιρού στην πέτρινη βρύση
τότε τι με εξουσιάζει;
τι’ναι αυτό που τους παλμούς μου ανεβάζει
μέσα σε άγχος και κάνει την μύτη μου να τρέχει;
μήπως μ’ενοχλούν τα σπαρμένα φυτά
κι η σαύρα που παίζει στον ήλιο;
δεν ξέρω.
τις αλήθειες ..δεν ξέρω..
αν τελικά πιστεύω κάπου, σε κάποιον
κάπου το χάνω
κάπου αμαρτάνω
κάπου κυλιέμαι
και κάπου ψεύδομαι σε αυτά που γράφω
(όλα αλήθειες)
σα να’μαι άνθρωπος φθηνός
και δε βαριέσαι..
18/07.011(10:12)
τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει;
τι είναι;
σαν μια γροθιά ενωμένοι,θα στηρίξει
ο ένας τον πόνο του αλλουνού;
που στο μυαλό μου φυτρώνουν κάθε τόσο
και πόσο τον λαιμό μου στεγνώνει
κι αφρίζω σάλια κι αίμα
κι ενα αισχρό συναίσθημα για τέλος
να το νιώθω





