Αφηγήσεις

Ο ποιητής το λέει καθαρά :
"Μεθύστε με ποίηση, με κρασί ή με αρετή.. με ό,τι εσείς προτιμάτε.Αλλα μεθύστε.."
Κάρολος Μποντλαίρ

(γιατί χάθηκες;)

Αραιός ο καιρός
που ξεστομίζουμε φράσεις.
Άστατοι μεταξύ αγνώστων
που παρεκκλίναν μοναξιάς.
Μοιράστηκαν φερτές στιγμές
που τώρα αποπλέουν.
Δε σε καταλαβαίνω άνθρωπε,
δε σε κατανοώ απολύτως.
Συντροφιές είμασταν που χηρέψαμε.
Αποστάσεις που ξεμάκρυναν.
Αισθήσεις ανέπαφων ελπίδων.
Μη ζητιανεύεις προσμονές εδώ.
Μη βιάζεσαι να θρέψεις.
Είμαστε συνεπείς κι οι δυο.
Σε λίγο πάλι θα χαθούμε.


26/1.015(22:02)

Μανία

"Δε μπορώ να αισθανθώ, τίποτα.
Μα μίλα μου για αγάπη.
Παίξε με στα δάχτυλά σου."
Η ομορφιά της ψυχής
φαίνεται το χειμώνα.
"Νιώσε όλες τις τρύπες μου."
Το καλοκαίρι είναι ιδανικό.
Περίπατοι στο δέντρο.
Στη λίμνη που την έχασα.
Στις πέτρες που πονούσαν.
Στο ταβάνι κρεμασμένες ελπίδες.
"Η επόμενη αγκαλιά
θα’ρθει σα σφαίρα.
Γέμισε ο αέρας ανταλλάγματα."
Ενα κερί που καίει μπρός πίσω.
Φτάνει το τέλος.
Όχι άλλα λόγια.
"Μόνο νιώσε με.
Γέμισε τις τρύπες μου.
Εσυ μονάχα ψαχούλεψέ με."
Είχα χιλιάδες εμπειρίες.
Και κάπου ναυάγισα.
Κάποτε πέθαινα.
"Μα έλειψες της μνήμης μου.
Τώρα που έφτασες.
Θα τα πληρώσεις για όλους."
Όλες.

23/1.015(22:28)

Πικρό τσιγάρο

Πεθύμησα 
να σε τυλίξω με ψαλίδια.
Να καταπιώ
το κενό του κρεβατιού.
Ν’αγγίξω το 
λειψό σου γόνατο.
Τον ρυθμό που μεθά
η καρδιά σου.
Κι ονειρεύτηκα 
ξέρεις,
πως σε χαζεύω.
Ύστερα πως
σε γδύνω.
Αργότερα να
σε πίνω.
Το ξεραμένο σπέρμα.
Το άσπρο σου σώμα.
Τα μώβ μας χείλη.
Το πρωινό που
ήταν μονάχο.
Καφές γλυκός
πικρό τσιγάρο.

21/1.015(17:16)

Μόνος

Άπνοες μέρες.
Που τελειώνει το κορμί;
Σε ποιό βάθος
ξεκινάει η ψυχή του;
Χθές βράδυ
έπαιζα τραμπάλα
με τη γύμνια.
Άνοιγα πληγές
να αισθανθώ.
Μα σαν το μολύβι.
Έπεφτα στον
μαύρο σου πάτο.
Βαθειά.
Aπελπισμένος.
Και μόνος.


17/1.015(16:38)

πατέρας

Ο πατέρας μου.
ναι, και;
Κατοχικό σύνδρομο.
Να τον θάψουμε λέει.
Στον κήπο.
θα’χει ήλιο.

ο Πατέρας μου.
Ε; τι;
έπεσε σε Κώμα.
Θα κάνει ωραίες μέρες.
Στην ελλάδα.
θα’ρθω να σε βρώ.


16/1.015(23:45)

Μονάχοι

Έχω μέρες να σε δω.
Ασπρίσαν 
τα μαλλιά σου.
Έλα, και θα φαγωθούμε.
Ο ένας του αλλουνού
να σπάσει τα πόδια.
Να κόψει τα νύχια.
Βγάλαμε δόντια.

Παροπλισμένοι έρωτες.
Μαζί κι αυτόχειρες.
Ορεγόμαστε.
Κλωτσάμε.
Δαγκωνόμαστε.
Ντυνόμαστε μονάχοι.
Ξανά απο την αρχή και πάλι.
Αυτή είν’ η αγάπη.


13/1.015(21:21)

Όλα ενα

Και λύσανε τα φρένα.
Μην ενοχλείσαι.
Στάσου κοντά.
Αν δεν ήσουν εδω,
σαν τώρα,
όλα θα γίνονταν
όπως τ’ακούς,
σα να'λειπες.
Μη γυρνάς.
Είναι ήχοι.
Σκέψεις, συναίσθημα.
Η ημέρα νυχτώνει.
Το βράδυ ημερεύει.
Ολοένα.


9/1.015(00:21)

ο Ποιητής μου

Κάθε που με βλέπεις
με ονομάζεις ποιητή σου.
Και κάθε που σ´αγκαλιάζω
πνίγεται μέσα μου
ενα αηδόνι.

Ποιητή μου.
Στο λαιμό
τα χέρια μου περνάω.
Αοιδέ μου.
Στο λαιμό σου
μια ειρηνική ζωή ζητάω.

Δωρεάν ελπίδες.
Ξένες χώρες.
Τυχαίες συναντήσεις.
Με χαιρετάς ή μου πνίγεσαι;


6/1.015(16:20)

Τα παιδία μου

Μια αγκαλιά, 
που δε μένει 
ποτέ της πια άδεια.
Θα ενώσει μέσα βαθειά 
και πάλι 
χιλιάδες κομμάτια.

Τα δυο μου παιδιά,
με τα λαμπερά 
πράσινα καφέ τους
τα μάτια.
Ελπίδα το σπίτι γεμίζει
χωρίς ομιλίες 
με βλέμμα μονάχα και χάδια.

Και πάει καιρός
θυμάμαι μικρός
πως δεν είχα.
Τι λησμονιά, 
να γυρίσω στο σπίτι
κάποιος να μου χαϊδέψει
έστω τ’αυτιά.

Να μου πεί σ’αγαπώ
να μου πεί πως μου λείπεις,
ας ήταν μονάχα οι λέξεις.
Παιδάκι μικρό
συναισθηματικά κενό
ήρθε ο καιρός
να γεμίσεις.


4/01.015(15:08)